Διάλογοι ανθρώπων

Μαρτίου 8, 2010 § 124 Σχόλια


 Περιμένοντας Και… Δημιουργώντας
 …στο σκοτάδι, στην ανυπαρξία, στη σοβαροφάνεια… στη πατρίδα
Ο Samuel Barclay Beckett (13 Απριλίου 1906-22 Δεκεμβρίου 1989) ήταν Ιρλανδός λογοτέχνης, ποιητής και θεατρικός συγγραφέας. Το έργο του είναι βασικά μινιμαλιστικό, και σύμφωνα με ορισμένους ερμηνευτές, βαθιά απαισιόδοξο για την ανθρώπινη φύση. Η απαισιοδοξία αυτή αντανακλάται από την εκτενή και περίεργη αίσθηση του χιούμορ στο έργο του, καθώς και από το γεγονός ότι η περιγραφή των εμποδίων στην ανθρώπινη ζωή εξυπηρετεί την επιθυμία του Μπέκετ να δείξει ότι το «ταξίδι» είναι που αξίζει, παρά τις δυσκολίες του. Το 1969, τιμήθηκε με το Βραβείο Νόμπελ Λογοτεχνίας. Κατά το Β’ Παγκόσμιο Πόλεμο, ο Μπέκετ συμμετείχε στη Γαλλική Αντίσταση, δουλεύοντας ως αγγελιαφόρος, και τα επόμενα δυο χρόνια αρκετές φορές διακινδύνευσε να συλληφθεί από τη Γκεστάπο. Τον Αύγουστο του 1942, η μονάδα του προδόθηκε: αυτός κι η Σουζάν κατέφυγαν νότια, στο μικρό χωριό Ρουσιγιόν, όπου και συνέχισαν να βοηθούν στην Αντίσταση, κρύβοντας πολεμικό εξοπλισμό στην κατοικία τους και βοηθώντας εμμέσως ένα σαμποτάζ των Μακί εναντίον του γερμανικού στρατού.Ο Μπέκετ τιμήθηκε με το Μετάλλιο Αντίστασης και το Σταυρό του πολέμου από τη γαλλική κυβέρνηση για τη δράση του κατά της γερμανικής κατοχής, ωστόσο μέχρι το τέλος της ζωής του αναφερόταν με μετριοφροσύνη στο έργο του αυτό.  Έργα του είναι Περιμένοντας τον Γκοντό, Ευτυχισμένες μέρες,  Ο Ακατονόμαστος, Το τέλος του παιγνιδιού.

Πράξη 1η:  (εξοχικός δρόμος. δέντρο. βραδάκι. ο Εστραγκόν είναι καθισμένος σ’ ένα λοφάκι και προσπαθεί να βγάλει τις μπότες του. τις τραβά και με τα δυο χέρια, ξεφυσώντας. τα παρατά, εξαντλημένος, ξεκουράζεται λίγο και προσπαθεί ξανά. όπως και πριν. έρχεται ο Βλαντιμίρ.)
Εστραγκόν. (παρατά ξανά τη προσπάθεια). Δε γίνεται τίποτα.
Βλαντιμίρ. (προχωρώντας με μικρές, κοφτές δρασκελιές). Αρχίζω να το πιστεύω. Σ’ όλη μου τη ζωή προσπάθησα να πείσω τον εαυτό μου λέγοντας: Βλαντιμίρ λογικέψου, δεν έκανες ακόμα όλες τις προσπάθειες. Και ξανάρχιζα τον αγώνα. (αναπολεί τον αγώνα του μ’ ονειροπόλο ύφος. στρέφεται στον Εστραγκόν). Ορίστε, είσαι δω πάλι.
Εστρ. Είμαι;
Βλαντ. Χαίρομαι που σε ξαναβλέπω. Νόμιζα πως είχες φύγει για πάντα.
Εστρ. Κι εγώ έτσι νόμιζα.
Βλαντ. Μαζί ξανά επιτέλους! Πρέπει να το γιορτάσουμεν αυτό. Αλλά πώς; (σκέφτεται). Σήκω να σ’ αγκαλιάσω.
Εστρ. (κακόκεφα). Όχι τώρα, όχι τώρα.
Βλαντ. (θιγμένος, με παγερό τόνο). Μπορώ να ρωτήσω που πέρασε τη νύχτα η Αυτού Υψηλότητα;
Εστρ. Σ’ ένα χαντάκι.
Βλαντ. (με θαυμασμό). Σ’ ένα χαντάκι, πού;
Εστρ. (χωρίς να κάνει καμμιά χειρονομία). Εκεί πέρα.
Βλαντ. Και δε σε δείρανε;
Εστρ. Να με δείρουν; Ναι… πως… βέβαια, με δείρανε.
Βλαντ. Η ίδια παρέα όπως συνήθως;
Εστρ. Η ίδια; Δε ξέρω.
Βλαντ. Όταν το σκέφτομαι… όλ’ αυτά τα χρόνια… αλλά για μένα… πού θα ήσουν; (αποφασιστικά). Δε θα ‘σουνα τίποτ’ άλλο παρά ένα μάτσο κόκαλα τώρα, το δίχως άλλο.
Εστρ. Και τί μ’ αυτό;
Βλαντ. (θλιμμένα). Είναι πάρα πολύ για έναν άντρα. (παύση. εύθυμα). Από την άλλη μεριά, ποιό τ’ όφελος να ερωτεύεσαι σήμερα, αυτό λέω εγώ. Θα ‘πρεπε να το ‘χαμε σκεφτεί πριν από ένα εκατομμύριο χρόνια, στη δεκαετία του εννενήντα.
Εστρ. Α σταμάτα τις ανοησίες και βοήθησέ με να βγάλω αυτό το καταραμένο πράμα.
Βλαντ. Χέρι-χέρι από τη κορφή του Πύργου του ‘Αιφέλ, ανάμεσα στους πρώτους. Τώρα είναι πολύ αργά. Ούτε που θα μας άφηναν ν’ ανέβουμε. (ο Εστραγκόν τραβά με μανία τη μπότα του). Τί κάνεις εκεί;
Εστρ. Βγάζω τη μπότα μου. Δε σου ‘τυχε ποτέ;
Βλαντ. Τις μπότες πρέπει να τις βγάζουμε κάθε μέρα. Κουράστηκα να στο λέω. Γιατί δεν μ’ ακούς;
Εστρ. (αδύναμα). Βοήθα με!
Βλαντ. Πονά;
Εστρ. Πονά! Ρωτά αν πονά!
Βλαντ (θυμωμένα). Κανείς δεν υποφέρει ποτέ εκτός από σένα. Θα ‘θελα ν’ ακούσω τι θα ‘λεγες αν είχες αυτό που ‘χω γω.
Εστρ. Πονά;
Βλαντ. Πονά! Ρωτά αν πονά!
Εστρ. (δείχνοντας). Μπορείς να το κουμπώσεις παρολαυτά.
Βλαντ. (γέρνει και γονατίζει). Πράγματι. (κουμπώνει το παντελόνι του). Ποτέ να μη παραμελείς αυτά τα μικροπράματα της ζωής.
Εστρ. Τί νομίζεις, πάντα περιμένεις τη τελευταία στιγμή.
Βλαντ. (σκεφτικά). Τη τελευταία στιγμή… (συλλογίζεται). Η ελπίδα καθυστέρησε την αρρώστια, ποιός το ‘πε αυτό;
Εστρ. Γιατί δε με βοηθάς;
Βλαντ. Μερικές φορές το νιώθω να ‘ρχεται, παρολαυτά. Μετά γίνομαι ιδιόρρυθμος. (βγάζει το καπέλο του, κοιτά μέσα, το ψάχνει, το κουνά, το ξαναφορά). Πώς να το πω; Ανακουφίστηκα και ταυτόχρονα… (ψάχνει τη λέξη)… τρομοκρατήθηκα. (μ’ έμφαση). ΤΡΟΜΟΚΡΑΤΗΘΗΚΑ στη κυριολεξία. (ξαναβγάζει το καπέλο, κοιτά μέσα). Περίεργο. (χτυπά τη κορφή σα να θέλει να διώξει ένα ξένο σώμα, ξανακοιτά μέσα, το ξαναφορά). Δε γίνεται τίποτα. ( ο Εστραγκόν, με μιαν υπέρτατη προσπάθεια, καταφέρνει να βγάλει τη μπότα. κοιτά μέσα της, τη ψηλαφίζει, τη γυρίζει ανάποδα, τη τινάζει, κοιτάζει το πάτωμα για να δει αν έχει πέσει τίποτα έξω, δε βρίσκει τίποτε, ξαναψάχνει μέσα, κοιτάζοντας τυφλά μπρος του). Λοιπόν;
Εστρ. Τίποτα
Βλαντ. Δείξε μου.
Εστρ. Δεν έχω να σου δείξω τίποτα.
Βλαντ. Προσπάθησε να τη ξαναβάλεις.
Εστρ. (εξετάζοντας το πόδι του). Ας πάρει λίγον αέρα.
Βλαντ. Ορίστε ένας άνθρωπος που κατηγορεί τις μπότες του για το ελάττωμα των ποδιών του. (ξαναβγάζει το καπέλο, κοιτά μέσα, το ψηλαφίζει, το χτυπά στη κορφή, φυσά μέσα του, το ξαναφορά). Γίνεται ανησυχητικό. (σιγή. ο Βλαντιμίρ έχει πέσει σε βαθιά συλλογή, ο Εστραγκόν τραβά τα δάχτυλα του ποδιού του). Ο ένας από τους κλέφτες τη γλύτωσε. (παύση) Είναι λογικό ποσοστό. (παύση) Γκογκό.
Εστρ. Τί;
Βλαντ. Ας υποθέσουμε πως μετανιώσαμε.
Εστρ. Να μετανιώσουμε για ποιό πράμα;
Βλαντ. Ω… (σκέφτεται). Δε χρειάζεται να μπούμε σε λεπτομέρειες.
Εστρ. Πού γεννηθήκαμε;
Βλαντ. (ξεσπά σε βροντερά γέλια που τα πνίγει αμέσως. βάζει το χέρι του στη λεκάνη του ενώ το πρόσωπό του συστρέφεται) Δε πρέπει να γελά κανείς πια.
Εστρ. Φοβερή στέρηση.
Βλαντ. Μόνο να χαμογελά. (χαμογελά ξαφνικά μέχρι τ’ αφτιά, εξακολουθεί να χαμογελά, σταματά το ίδιο ξαφνικά) Δεν είναι το ίδιο. Δε γίνεται τίποτα. (παύση) Γκογκό.
Εστρ. Τί είναι;
Βλαντ. Διάβασες ποτέ τη Βίβλο;
Εστρ. Τη Βίβλο… (σκέφτεται). Πρέπει να της έρριξα καμμιά ματιά.
Βλαντ. Θυμάσαι τα Ευαγγέλια;
Εστρ. Θυμάμαι τους χάρτες της Ιερής Χώρας. Ήτανε χρωματιστοί. Πολύ ωραίοι. Η Νεκρή Θάλασσα ήταν ανοιχτή γαλάζια. Και μόνο που τη κοίταγα διψούσα. Εκεί πρέπει να πάμε, έλεγα, εκεί θα περάσουμε το μήνα του μέλιτος. Θα κολυμπάμε. Θα ‘μαστε ευτυχισμένοι.
Βλαντ. Θα ‘πρεπε να γίνεις ποιητής.
Εστρ. Ήμουν. (δείχνει τα κουρέλια του). Δεν είναι φανερό; (σιγή)
Βλαντ. Πού ‘χα μείνει… Πώς είναι το πόδι σου;
Εστρ. Πρήζεται άσχημα.
Βλαντ. Α ναι, οι δυο κλέφτες. Θυμάσαι την ιστορία;
Εστρ. Όχι.
Βλαντ. Θα περάσει κι η ώρα. (παύση). Δυο κλέφτες, που σταυρωθήκανε μαζί με τον Σωτήρα μας. Ό ένας…
Εστρ. Με τον ποιό μας;
Βλαντ. Τον Σωτήρα μας. Δυο κλέφτες. Ο ένας υποτίθεται πως σώθηκε κι ο άλλος… (ψάχνει για το αντίθετο του ‘σώθηκε’ )… καταδικάστηκε.
Εστρ. Σώθηκε από τί;
Βλαντ. Από τη κόλαση.
Εστρ. Φεύγω. (δε κινείται).
Βλαντ. Κι όμως… (παύση)… πώς είναι -ελπίζω να μη σ’ ενοχλεί αυτό- πώς είναι που από τους τέσσερις Ευαγγελιστές μόνον ένας να μιλά για ένα κλέφτη που σώθηκε; Οι τέσσερίς τους ήταν εκεί -ή εκεί γύρω- και μόνον ένας μιλά για ένα κλέφτη που σώθηκε. (παύση). Έλα Γκογκό, γύρισε τη μπάλα, δε μπορείς μια φορά;
Εστρ. (με υπερβολικόν ενθουσιασμό). Αυτό το βρίσκω εξαιρετικά ενδιαφέρον.
Βλαντ. Ο ένας από τους τέσσερις. Από τους άλλους τρεις, οι δυο δεν αναφέρουνε τίποτα κι ο τρίτος λέει πως κι οι δυο τους τον έβρισαν.
Εστρ. Ποιόν;
Βλαντ. Τί;
Εστρ. Τί είναι όλ’ αυτά; Ποιόν έβρισαν;
Βλαντ. Τον Σωτήρα.
Εστρ. Γιατί;
Βλαντ. Γιατί δε τους έσωσε.
Εστρ. Από τη κόλαση;
Βλαντ. Βλάκα! Από το θάνατο
Εστρ. Νόμισα πως είπες από τη κόλαση.
Βλαντ. Από το θάνατο, από το θάνατο.
Εστρ. Ε και λοιπόν;
Βλαντ. Τότε οι δυο απ’ αυτούς πρέπει να καταδικάστηκαν.
Εστρ. Και γιατί όχι;
Βλαντ. Μα ο ένας από τους τέσσερις λέει πως σώθηκε ο ένας από τους δυο.
Εστρ. Λοιπόν; Δε συμφωνούν. Αυτό είναι όλο.
Βλαντ. Μα ήτανε κι οι τέσσερις εκεί. Και μόνον ένας μιλά για ένα κλέφτη που σώθηκε. Γιατί να πιστέψουμε αυτόν κι όχι τους άλλους;
Εστρ. Ποιός τονε πιστεύει;
Βλαντ. Όλοι. Είναι η μόνη εκδοχή που ξέρουν.
Εστρ. Οι άνθρωποι είναι εντελώς αγράμματοι πίθηκοι. (σηκώνεται με κόπο, βαδίζει κουτσαίνοντας στο αριστερό πόδι, σταματά, κοιτά μακρυά με το χέρι μπρος στα μάτια του, μετά βαδίζει με το δεξί πόδι να κουτσαίνει, κοιτά μακριά. ο Βλαντιμίρ τονε παρακολουθεί, μετά πηγαίνει και σηκώνει τη μπότα, κοιτά μέσα, τη πετά βιαστικά)
Βλαντ. Φτου! (φτύνει. ο Εστραγκόν πηγαίνει στο κέντρο, σταματά με τη πλάτη στο κοινό).
Εστρ. Ενθαρρυντικές προοπτικές. (στρέφεται στον Βλαντιμίρ). Πάμε.
Βλαντ. Δε μπορούμε.
Εστρ. Γιατί όχι;
Βλαντ. Περιμένουμε τον Γκοντό.
Εστρ. (απελπισμένα). Α! (παύση). Είσαι βέβαιος πως ήτανε σ’ αυτό το μέρος.
Βλαντ. Τί;
Εστρ. Που θα περιμέναμε.
Βλαντ. Είπε κατά τις τρεις. (κοιτάζουνε το δέντρο). Βλέπεις κανέν άλλο;
Εστρ. Τί είναι;
Βλαντ. Δε ξέρω. Ιτιά.
Εστρ. Που ‘ναι τα φύλλα;
Βλαντ. Θα μαραθήκανε.
Εστρ. Δε κλαίει πια.
Βλαντ. Ή ίσως δεν είναι η εποχή.
Εστρ. Μου φαίνεται περισσότερο σα θάμνος.
Βλαντ. Χαμόδεντρο.
Εστρ. Σα θάμνος.
Βλαντ. Α! Τί υπαινίσσεσαι; Πως ήρθαμε σε λάθος μέρος;
Εστρ. Θα ‘πρεπε να βρίσκεται δω.
Βλαντ. Δεν είπε στα σίγουρα πως θα ‘ρχότανε.
Εστρ. Κι αν δεν έρθει;
Βλαντ. Θα ξαναρθούμε αύριο.
Εστρ. Κι ύστερα μεθαύριο.
Βλαντ. Ίσως.
Εστρ. Κι ούτω καθ’ εξής.
Βλαντ. Το θέμα είναι…
Εστρ. Ώσπου να ‘ρθει.
Βλαντ. Είσαι άσπλαγχνος
Εστρ. Ήρθαμε δω χτες.
Βλαντ. Α όχι, κάνεις λάθος.
Εστρ. Τί κάναμε χτες;
Βλαντ. Τί κάναμε χτες;
Εστρ. Ναι.
Βλαντ. Γιατί… (θυμωμένα). Τίποτα δεν είναι βέβαιο όταν είσαι συ μπροστά.
Εστρ. Κατά τη γνώμη μου είμαστε δω.
Βλαντ. (κοιτάζοντας γύρω). Αναγνωρίζεις το μέρος;
Εστρ. Δεν είπα αυτό.
Βλαντ. Λοιπόν;
Εστρ. Δεν έχει διαφορά.
Βλαντ. Παρολαυτά… κείνο το δέντρο…(γυρίζοντας προς το κοινό)… κείνος ο βάλτος.
Εστρ. Είσαι σίγουρος πως ήταν απόψε;
Βλαντ. Τί;
Εστρ. Που θα τονε περιμέναμε.
Βλαντ. Είπε Σάββατο. (παύση). Νομίζω…
Εστρ. Νομίζεις.
Βλαντ. Πρέπει να ‘χω κρατήσει σημείωση. (ψάχνει τις τσέπες και βγάζει διάφορα άχρηστα μικροπράματα).
Εστρ. (πολύ πονηρά). Μα ποιό Σάββατο; Κι είναι Σάββατο; Δεν είναι μάλλον Κυριακή; (παύση). Ή Δευτέρα; (παύση). Ή Παρασκευή;
Βλαντ. (κοιτάζοντας αγριεμένα γύρω λες κι η ημερομηνία είναι γραμμένη στο τοπίο). Δεν είναι δυνατό!
Εστρ. Ή Πέμπτη;
Βλαντ. Τί θα κάνουμε;
Εστρ. Αν ήρθε χτες και δεν είμαστε δω, μπορείς να ‘σαι σίγουρος ότι δε θα ξανάρθει σήμερα.
Βλαντ. Μα είπες πως είμαστε δω χτες.
Εστρ. Μπορεί να κάνω λάθος. (παύση). Σε πειράζει να πάψουμε να μιλάμε για ένα λεπτό;
Βλαντ. (αδύναμα). Εντάξει. (ο Εστραγκόν κάθεται στο λοφάκι. ο Βλαντιμίρ βαδίζει ανήσυχα μπρος πίσω, σταματώντας πότε-πότε για να κοιτάξει μακριά. ο Εστραγκόν κοιμάται. ο Βλαντιμίρ σταματά μπρος του). Γκογκό!… Γκογκό!… ΓΚΟΓΚΟ!
Εστρ. (ξυπνά απότομα. επανέρχεται στη φρίκη της κατάστασης του). Κοιμόμουν. (απεγνωσμένα). Γιατί δε μ’ αφήνεις ποτέ να κοιμηθώ;
πηγή

Ας  δημιουργήσουμε  τους σωστούς διαλόγους   περιμένοντας τις ευτυχισμένες μέρες στο τέλος του παιγνιδιού…

ΚΛΕΙΩ

Advertisements

Where Am I?

You are currently browsing entries tagged with Σάμουελ Μπέκετ at Η Παρέα.

Αρέσει σε %d bloggers: