Ο χορός των υπερσυνειδήσεων

Απρίλιος 10, 2012 § 5 Σχόλια


Image

Μαζί ατενίσαμε την άβυσσο

του άγνωστου ωκεανού
…σε στάλες λευκής βροχής
Σε σταγόνες κυμάτων γεύσης αλμυρής
Ανάμεσα από λευκόχρυσα φώτα μιας πόλης μαγικής
Δεξιά η Σκύλλα αριστερά η Χάρυβδη
Πάνω ψηλά ένα αστέρι σιωπηλό στην είσοδο του Γαλαξία
Κάτω το άνοιγμα και το άλμα για την Ελευθερία.
Λευκό στο κόκκινο της γέννησης της πρόκλησης
Γαλάζιο στην πρόσκληση των αιθέριων υπερσυνειδήσεων
της μετουσιωτικής ένωσης σε ανατροπή της σύλληψης της κοσμογονικής.

Το ζευγάρι των αλχημιστών

…σε δάκρυα της λιακάδας αγγελιοφόρων χρυσόσκονης

Πλούτος Σπόρου

Μαΐου 16, 2011 § 3 Σχόλια


 

Πλούυτων Λούβρο

Πλουτωνας (δεξιά) και Περσεφόνη (αριστερά). Λεπτομέρεια από

Αττικό ερυθρόμορφο αμφορέα π. 470 π.χ. από την Ιταλία. Λούβρο

ΠΛΟΥΤΩΝ:  Ο αόρατος  άρχων της σποράς, των σπερμάτων,

της σεξουαλικής ενέργειας,

 κυρίαρχος της γέννησης και του θανάτου

Πολλές είναι οι παραδόσεις που κυριαρχούσαν στoν Ελληνικό Κόσμο σχετικά με τον Κάτω Κόσμο,  μετά τον Όμηρο όμως επικράτησε ως μεγαλύτερη μορφή ο Άδης, (Αΐδης=αόρατος βασιλιάς και κυρίαρχος του σιωπηλού κόσμου των νεκρών.

Τα Ομηρικά επίθετα για τον Άδη εκφράζουν  τον τρόμο που εμπνέει ο υποχθόνιος αυτός θεός: «Ίφθιμος», «Κρατερός» , «Στυγερός», «Αμείλιχος» και «Αδάμαστος»,  «άναξ ενέρων» ή «ενέροισιν ανάσσων» τα οποία θα διατηρηθούν  και από τους μεταγενέστερους ποιητές, καθώς και Άδμητος (αδάμαστος) και Νηλεύς (άσπλαχνος). Επειδή τα άλογα του Άδη, με τα οποία αρπάζει κάθε άνθρωπο, όπως άρπαξε την Κόρη στο Νύσιον πεδίον, ήταν θεϊκά και μοναδικά στον κόσμο για τη γρηγοράδα και την ευφυΐα τους, στον Όμηρο χαρακτηρίζεται επίσης Αΐδης κλυτόπωλος, και ο Πλούτωνα «πολυώνυμος», μια και απέφευγαν γενικά οι άνθρωποι να αναφέρονται σ’ αυτόν με το πραγματικό του όνομα. Αποκαλούνταν επίσης Πολυδέγμων ή Πολυδέκτης, γιατί δεχόταν στην επικράτειά του όλους τους ανθρώπους που πέθαιναν.

Κύριο σύμβολο   της εξουσίας του Πλούτωνα η κυνή,  η «Άϊδος κυνέην»  η οποία σηματοδοτούσε τη βαθιά νύκτα μέσα στην οποία βασιλεύει ο θεός. Η κυνή κάνει αόρατο, όχι μόνο αυτόν, αλλά και οποιονδήποτε άλλο θεό τη φορά, όπως η Αθηνά, που χάρη σ’ αυτήν κατόρθωσε να βοηθήσει τον προστατευόμενό της Διομήδη ξεφεύγοντας από το βλέμμα του Άρη στην περίφημη ομηρική μάχη. αλλά και ο Περσέας, όταν επιχειρούσε τον αποκεφαλισμό της Μέδουσας, καθώς και ο θεός Ερμής κατά την Γιγαντομαχία

Πλούτωνας, σαν μία άλλη εκδοχή , παράγωγο της λέξης «πλούτος», θεωρείται συγχρόνως και θεός της γεωργικής αφθονίας που παράγει τους δημητριακούς καρπούς,  Με τη δεύτερη αυτή ιδιότητά του, ο Άδης ως Πλούτωνας, είναι θεός ευεργετικός, αφού είναι κάτοχος και χορηγός όλου του πλούτου της γης, ακόμη και των μετάλλων, προπάντων όμως είναι ο φύλακας και ο δωρητής του πλούτου των δημητριακών, γι’ αυτό και συνδέεται με τη θεά Δήμητρα, με την ευνοϊκή διάθεση και τη βοήθεια της οποίας, έχουμε την ευφορία της γης.

Το κυρίαρχο σύμβολό του, είναι  το κέρας της Αμαλθείας, πολύ συχνά εικονίζεται στο πλευρό της Περσεφόνης κρατώντας στο χέρι το κέρας  και σε ένα μεγάλο ανάγλυφο της Ελευσίνας υπάρχει μία χαρακτηριστική παράσταση του Πλούτου, ο οποίος παρουσιάζεται ως μικρό παιδί ανάμεσα στη Δήμητρα και την Περσεφόνη.

Αν και  «αμείλιχος ηδ’ αδάμαστος» ,σε αρκετά μέρη θεώρησαν ότι και ο καταχθόνιος Άδης  θα μπορούσε με τη λατρεία και τις προσφορές να εξευμενιστεί.  Άλλες περιοχές, όπως π.χ. στη Νύσσα, στην Οπούντα, στην Τροιζήνα και ιδιαίτερα στην Πύλο της Ηλείας (Ήλιδα), με τελετές που γίνονταν μόνο κατά τη διάρκεια της νύκτας ή μέσα σε σκοτεινό χώρο.

Ο Παυσανίας εντυπωσιασμένος αναφέρει ότι οι κάτοικοι της Ήλιδας, στην Πύλο, είναι οι μόνοι σ’ ολόκληρο τον κόσμο που τιμούν τον Άδη, όπου μάλιστα υπήρχε «ιερός του Άϊδου περίβολός τε και ναός», στο βωμό του οποίου πρόσφεραν ταύρους και μαύρα κριάρια.

Με το όνομα Άδης, ο βασιλιάς του Κάτω Κόσμου, μαζί με τη Δήμητρα και την Περσεφόνη, λατρευόταν και στο βουνό Μίνθη της Τριφυλίας ,σύνορα Ηλείας, Αρκαδίας και Μεσσηνίας,ενώ βρέθηκαν πολλά αγάλματα του στα περίχωρα των Μυκηνών.

Το ιερό δέντρο του ήταν η «αίγειρος» (πανύψηλη λεύκη) και το κυπαρίσσι , ιερό φυτό έχει το πολύτριχο και ως ιερό άνθος το νάρκισσο, ενώ ο δυόσμος και ο ασφόδελος ήταν τα ιερά φυτά της Περσεφόνης.

Το φίδι, το «ιερότερο» ζώο των νεκρών, αποτελεί στις εικονογραφικές παραστάσεις το βασικότερο σύμβολο της λατρείας των χθόνιων «δυνάμεων.

Στην τέχνη, δεν ασχολήθηκαν πολύ με τη σκιαγράφηση του προσώπου του, παρά μόνο τον παρίσταναν συνήθως καθισμένο επάνω σε θρόνο, φτερωτό, με μακριά μαύρα μαλλιά ριγμένα στο μέτωπό του. Λίγα αγάλματά υπήρχαν και τον  παρασταίνουν σκυθρωπό, να κρατεί στο ένα χέρι το σκήπτρο του και στο άλλο τα κλειδιά του Κάτω Κόσμου, με τον τρομερό Κέρβερο ,  στα πόδια του να φρουρεί τις ψυχές και να μην αφήνει να δραπετεύσουν από τον Άδη.

Περιστοιχίζεται από τους μόνιμους συνοδούς του: τις Κήρες, μαύρες θεότητες και πνεύματα του θανάτου και της εκδίκησης, τις Μοίρες τις φονικές, οι οποίες θανατώνουν τους ανθρώπους και στέλνουν τις ψυχές τους στον Ερμή, για να τις οδηγήσει μέχρι την «Πύλη» του σκοτεινού βασιλείου του, τη Νέμεση, η οποία εκδικείται τους αδικημένους, την Άτη, τη θεά της βλάβης και της παραπλάνησης, τις Άρπυιες, αρπακτικές θεότητες, και τις Ερινύες, τις ανελέητες θεότητες της κατάρας και της εκδίκησης, δηλαδή τις θυγατέρες της Νύχτας, τις οποίες έστελνε στον κόσμο η σύζυγός του ΠερσεφόνηΣαν σκληρός τιμωρός και κριτής των αδίκων, ο Άδης, είχε το έργο να καταγράφει σε βιβλίο τις ανθρώπινες πράξεις.

Στον Άδη οι ψυχές κατεβαίνουν από τους τρομερούς ποταμούς Αχέροντα και Κωκυτό και από τις λίμνες Αχερουσία και Στύγα και από αυτούς  οριοθετείται ο κάτω κόσμος από τον Επάνω και περιβάλλονται από ομίχλη.

Τα ονόματα τους συμβολίζουν τις θλίψεις και τους στεναγμούς που δοκιμάζουν οι ψυχές στον Άδη. Ο Όμηρος,  μνημονεύει  τον  Αχέροντα, σαν ποτάμι του «άχους», της στενοχώριας και της θλίψης,  τον Κωκυτό , σαν ποταμό των «κλαυθμών» και των θρηνητικών κραυγών, τον Πυριφλεγέθοντα «πύρινο ποτάμι» και η πηγή του Κάτω Κόσμου, η Στυξ, με το «μαύρο νερό» ποτάμι του «μίσους» . Είναι η φοβερή κόρη του Ωκεανού, που, κατά τον Ησίοδο, προκαλεί τρόμο ακόμη και στους αθάνατους θεούς γι’ αυτό και την επικαλούνται, όταν ορκίζονται.
Ο Κωκυτός τοποθετείται στα βουνά της Αρκαδίας και ο  δε Αχέροντας  στη Πρέβεζα και σχηματίζει, λίγο πριν φτάσει στο Ιόνιο πέλαγος, τη λίμνη Αχερουσία. Εκεί αρχίζει το ταξίδι της αναχώρησης για τον κόσμο των νεκρών. Ακοίμητος οδηγός περιμένει στην όχθη ο Χάροντας, τραχύς και σκυθρωπός, για να μεταφέρει με τη βάρκα του, μέσα στην ομίχλη και το βούρκο των ποταμών, τις ψυχές στην αντίπερα όχθη, παίρνοντας ως αμοιβή τον οβολό που οι ζωντανοί έβαζαν στο στόμα των νεκρών για να πληρώσουν τα πορθμεία της μετάβασης στον άλλο κόσμο.

Στην αρχαία Έφυρα,  θα συναντήσουμε έναν κωνικό λόφο και μέσα σένα ειδικά διαμορφωμένο σπήλαιο υπάρχει το Άδυτο του Άδη, ιερό που είχε μετατραπεί και σε Νεκρομαντείο.Ονομάζεται και Νεκυομαντείο «Νέκυς» η ψυχή είδωλο του νεκρού και  λειτουργούσε από την Ομηρική εποχή. Ο Όμηρος  αναφέρει ότι οι ψυχές, μετά το χωρισμό τους απ’ το σώμα, πηγαίνουν σαν είδωλα νεκρών «στα δώματα του Άδη», τον οποίο ονομάζει Αΐδη, δηλαδή Αόρατος.

Οι ψυχές έφταναν στον Άδη μόνες τους ή με τη συνοδεία του πορθμέα Ψυχοπομπού Ερμή . Κατά συνέπεια, μέσα από τις «δαιμονικές τελετουργίες» των αγροτικών λαών, γεννήθηκε η πίστη σε ένα θεό που θα παραλαμβάνει τις ψυχές των νεκρών, για να τις οδηγεί στον Κάτω Κόσμο ή μερικές φορές θα τις επαναφέρει στην εδώ ζωή. Και αυτός ο θεός ήταν ο Ερμής Ψυχοπομπός ή Ψυχαγωγός, και αναφέρεται καταρχάς  στην Οδύσσεια να παραλαμβάνει τις ψυχές των σκοτωμένων μνηστήρων και, με το χρυσό και μαγικό ραβδί του, να τις οδηγεί απευθείας στον Άδη («κατ’ ευρώεντα κέλενθα») μέχρι τον ασφοδελόν λειμώνα, «ένθα ναίουσι ψυχαί, είδωλα καμόντων»

Εκτός από τον Αχέροντα παρόμοια περάσματα στον Κάτω Κόσμο υπήρχαν στο Ταίναρο Λακωνίας, στην Ερμιόνη Αργολίδος, στην Κορώνεια Βοιωτίας,στην Ηράκλεια Προποντίδας και στην Κύμη Ιταλίας.

Η Ιλιάδα τοποθετεί  τον Άδη, ως τόπο διαμονής των νεκρών,  στα βάθη της γης, σε τόπο καλυπτόμενο από πυκνό σκοτάδι. Στην Οδύσσεια, τον τοποθετεί πέρα από τον Ωκεανό, στο τέρμα της δύσης, στη χώρα των μυθικών Κιμμερίων, σ’ έναν τόπο άγονο και θλιβερό, με το «λιβάδι των ασφόδελων» και με το δάσος της Περσεφόνης γεμάτο από ψηλές λεύκες , όπου όλα τα τυλίγει η συννεφιά και η ομίχλη και βασιλεύει αιώνια νύχτα

Ο  Πλάτωνας περιγράφει αναλυτικά, με τα λόγια του Σωκράτη, στον Φαίδωνα   τα τέσσερα μεγάλα ρεύματα: Ο Ωκεανός, ο Αχέροντας, ο Πυριφλεγέθοντας και ο Κωκυτός

Στην  «Πολιτεία» τουτελειώνει με την περιγραφή ενός τοπίου του Κάτω Κόσμου : «στο τέλος του ταξιδιού στον άλλο κόσμο -όπως αναφέρεται στον μύθο του Ηρός του Αρμενίου- υπάρχει μία πεδιάδα , όπου μέσα σε φοβερή και αποπνικτική ζέστη, σταματούν οι ψυχές για τελευταία φορά πριν ξανασταλούν πάνω στην γη για νέα ενσάρκωση. Όταν βραδιάζει κατασκηνώνουν στις όχθες του ποταμού Αμέλητα, που το νερό του κανένα δοχείο δεν μπορεί να το κρατήσει. Κάθε ψυχή είναι υποχρεωμένη να πιει ορισμένη ποσότητα από αυτό το νερό, μερικοί όμως δεν έχουν αρκετή φρόνηση, δεν συγκρατιούνται και πίνουν περισσότερο, και τότε χάνουν κάθε ανάμνηση των προηγούμενων.»

Η λήθη πλημμυρίζει τις ψυχές που ήπιαν χωρίς μέτρο από τον ποταμό Αμέλητα, που βρίσκεται στην πεδιάδα της Λήθης και συμβολίζει το χαλάρωμα της ψυχής που αφήνεται στην ηδονή, αντί να πειθαρχήσει σε μία σκληρή μνημονική αγωγή ώστε να κατακτήσει την Α-λήθεια και την Α-θανασία. Η φιλοσοφία είναι μία μελέτη μνήμης, είναι η μνημονική άσκηση, που νικά τον χρόνο.

Κάθε «ανησυχία»  και αναζήτηση έχει χαθεί πια από μέσα τους. Οι ψυχές ευχαριστημένες από την επίγεια ζωή τους, χωρίς πνευματικές ανησυχίες, βολεμένες στην φυλακή του σώματος, δεν επιθυμούν παρά να ικανοποιούνται με μια άγνοια και αμέλεια  που ούτε καν συνειδητοποιούν. Θα μπορούσαμε να ταυτίσουμε τον Αμέλη ποταμό με τα νερά της Στύγας, επειδή οι ψυχές μόλις πιουν από τα νερά του αποκοιμιούνται πέφτοντας σε κώμα, ανάλογο με το κώμα που τυλίγει τους θεούς που επιόρκησαν όταν πιουν από το νερό της Στύγας.

Η Λήθη και η Αττη  θυγατέρες της νύχτας έχουν συγγένεια με το σκοτάδι και  εκφράζουν εκείνο το σκοτεινό σύννεφο που πέφτει πάνω στον ανθρώπινο νου, τον τυλίγει στα σκοτάδια, του κρύβει τον σωστό δρόμο της Αλήθειας και της Δικαιοσύνης και τον παρασέρνει στον χαμό του.

Η πίστη των αρχαίων Ελλήνων στη αθανασία της ψυχής και στη μεταθάνατο ζωή ήταν έντονη. Οι ψυχές απελευθερωμένες από το γήινο περίβλημα τους έχαναν τη μνήμη τους, μπορούσαν όμως προσωρινά να την αποκτήσουν με το πανάρχαιο έθιμο του εναγισμού, δηλ.της σφαγής ζώων και της σπονδής του αίματος στον Άδη και στους ήρωες. Ο εναγισμός διέφερε από τη θυσία. Η θυσία ζώων ήταν μια πράξη ευχαριστίας στους ανθρώπους. Με τον καπνό η προσφορά ανέβαινε στον ουρανό αντίθετα με τον εναγισμό το αίμα του ζώου χωρίς καύση έρρεε δια μέσου σχάρας στους υποχθόνιους.Η  ιεροτελεστία (Νεκύια) ελάμβανε χώρα μετά τη δύση του ηλίου, ενώ οι θυσίες ετελούντο κατά τη διάρκεια της ημέρας επί των βωμών.

Όλοι γίνονται δεκτοί στον Κάτω Κόσμο, αλλά κανείς δεν μπορεί να ξεφύγει  και να επιστρέψει στον Επάνω Κόσμο.

Μόνο κάποιοι Μυθολογικοί Ηρωες  κατορθώνουν να περάσουν τις πύλες του Κάτω Κόσμου, αλλά και να επιστρέψουν ξανά επάνω.

Η  Ευριδίκη δεν ξαναγύρισε από τον Κόσμο των νεκρών  , αφού   ο αγαπημένος της Ορφέας , θέλοντας να  την επαναφέρει  στη ζωή, δεν άντεξε  τη δοκιμασία  που του έθεσε ο Πλούτωνας να μη γυρίσει να τη δει στο δρόμο της επιστροφής.  Το ίδιο αποτέλεσμα είχε και η κάθοδος του Θησέα, που επανήλθε με την βοήθεια του Ηρακλή  και του Πειρίθου, που έμεινε για πάντα εκεί, ενώ σκόπευαν να κλέψουν την Περσεφόνη.

Ο Αριστοφάνης στους «Βατράχους», περιγράφει με σκωπτικό τρόπο την κατάβαση του θεού Διόνυσου και  του Ξανθία στον Κάτω Κόσμο, για να επαναφέρει στη ζωή τον Ευριπίδη, αφού προηγουμένως συμβουλεύτηκε τον Ηρακλή για το πώς θα πάνε εκεί.

Ο Ηρακλής  δε , ως γνωστόν, εκτελώντας έναν από τους 12 Αθλους του με διαταγή του Ευρυσθέα κατέβηκε με επιτυχία, φέρνοντας μαζί του και τον Κέρβερο. το Ταίναρο της Λακωνίας, στο οποίο καταλήγει η χερσόνησος που διαμορφώνεται από τον Ταΰγετο. Εκεί υπήρχε ένας ναός του Ποσειδώνα, κοντά σε μια σπηλιά, από την οποία, κατά τη μυθολογία, ο Ηρακλής κατέβηκε στον Άδη, για να ανεβάσει τον Κέρβερο.

Στον Κάτω Κόσμο κατέβηκε και ο Οδυσσέας , όπως τον συμβούλεψε ο Ερμής, λίγο πριν αναχωρήσει από το νησί της Κίρκης, και συνομίλησε με τις ψυχές των νεκρών.

 Στην Ραψωδία Λ’ της Ομήρου Οδύσσειας, η Nέκυια  , περιγράφεται η κάθοδος του  στον Άδη, στην προσπάθεια του να αποσπάσει τη συμβουλή του μάντη Τειρεσία.

Ηδη από την ραψωδία Κ ο  Οδυσσέας απελπισμένος   ακούει την Κίρκη να του προτείνει ότι πρέπει να περάσει από τον Αδη, αλλά ύστερα μετά από σκέψη συνειδητοποίησε ότι είναι η μόνη λύση για να φθάσει στην Ιθάκη, τον τελικό προορισμό του.

Αὐτὰ σὰν εἶπε, ἐμένανε ραγίστηκε ἡ καρδιά μου·
καὶ στὸ κλινάρι κάθισα καὶ τό ‘ριξα στὸ κλάμα,
καὶ μήτε ζωὴ μήτε ἥλιου φῶς δὲν ἤθελε ἡ ψυχή μου,
Μὰ σὰ χαμοκυλίστηκα καὶ χόρτασα τὸ κλάμα,
πάλε τῆς ξαναμίλησα καὶ ρώτηξά την κι εἶπα·
(κ 495-499)

Ενώ όταν ανακοινώνει στους συντρόφους του αυτή την απόφαση, αυτοί  «βαριοθλιμμένοι, καὶ πικρὰ χύνοντας δάκρυα ἀκόμα» αντέδρασαν το ίδιο

Βλέπουμε  λοιπόν τον Οδυσσέα να κατεβαίνει τον Αδη  , την λύπη στο βλέμμα του , να καταρρέει όταν βλέπει τους φίλους του, τους συντρόφους του  και την  μητέρα του, της οποίας τον θάνατο αγνοούσε.

«Τρεῖς φορὲς χύθηκα μὲ ὁρμὴ ν’ ἀδράξω την ποθώντας,
καὶ τρεῖς φορὲς μὲ ξέφυγε σὰν ὄνειρο, σὰν ἴσκιος·
καὶ μὲς στὰ σπλάχνα μου ἔκανε πιὸ κοφτερὸ τὸν πόνο»

Ο Μάντης Τειρεσίας εξιστόρησε τα μελλούμενα στον Οδυσσέα, και ότι ο δρόμος δεν ήταν εύκολος από δω και πέρα.

Συγκλονιστική είναι η αντάμωση με τον Αχιλλέα:

Κι αὐτὸς μοῦ ἀπολογήθηκε· “Περίλαμπρε Ὀδυσσέα,
τὸ θάνατο μὴ μοῦ ζητᾶς μὲ λόγια νὰ γλυκάνης.
Κάλλιο στὴ γῆς νὰ βρίσκομουν, κι ἂς δούλευα σὲ ἀνθρώπου
μικροῦ, μὲ δίχως βιὸς πολύ, παρὰ στὸν Ἅδη νὰ εἶμαι,
καὶ βασιλέας νὰ λέγουμαι τῶν πεθαμένων ὅλων.

Ο Αχιλλέας είναι ο πρώτος που διαμαρτύρεται  επειδή δεν ζει, και υπενθυμίζει στον Οδυσσέα ότι θέλει να διορθώσει ή να απαλλαγεί  βρίσκεται , στον επάνω κόσμο  και ο δρόμος του για να το επιτύχει αυτό είναι μακρύς  και δύσκολος.

Οταν αντικρύζει τον Αίαντα, του εκφράζει την λύπη του και του ζητά συγγνώμη με τον τρόπο του ,ενώ ο Αίαντας παραμένει θυμωμένος και αμίλητος.

«Μακάρι νὰ μὴν κέρδιζα, τότες, τέτοιο βραβεῖο,
τὶ ἐκεῖνα τ’ ἄρματα ἔχωσαν στὴ γῆς τέτοιο λεβέντη,
τὸν Αἴαντα, ποὺ σ’ ὀμορφιὰ καὶ σ’ ἔργα ξεπερνοῦσε
τοὺς ἄλλους Δαναούς, ἐξὸν τὸ δοξαστὸ Ἀχιλλέα.»

………….

Ο τελευταίος που αντίκρυσε ο Οδυσσέας και ο οποίος του μίλησε από μόνος του ήταν ο Ηρακλής, ο οποίος «καὶ μόνο φάντασμα ἦταν»  που εξιστορεί στην συνέχεια ότι όλα όσα έκανε εννοώντας τους Αθλους κατά την ζωή του ήταν ανούσια, μιας και «ἤμουν δοῦλος σὲ άνθρωπο πολὺ κατώτερό μου»
Οι νεκροί βοήθησαν τον Οδυσσέα να συνειδητοποιήσει τι πρέπει να κάνει, να διορθώσει εσφαλμένες επιλογές και να επαναξετάσει λάθος κρίσεις  , γιατί διαπιστώνει ότι όταν πεθαίνουν οι άνθρωποι λαμβάνουν ό,τι έπραξαν. Αφού συναντά και  τον Μίνωα ,έναν από τους Κριτές του Κάτω Κόσμου, και αποδίδεται Δικαιοσύνη.

Ο Ομηρος , όπως και άλλοι   μεγάλοι Επικοί Ποιητές,  εκφράζουν τις μεταθανάτιες αντιλήψεις της εποχής τους, παρομοιάζοντας τον Θάνατο με τον Ύπνο ή και το αντίθετο. Ετσι παρομοιάζει τον ωραίο και ήσυχο ύπνο του Οδυσσέα πάνω σε πλοίο, την ώρα που πλέει προς την Ιθάκη, με τον θάνατο, γράψει χαρακτηριστικά ότι «βάραινε τα βλέφαρά του ένας ύπνος ήσυχος και γλυκός, ολόιδιος με το θάνατο».

Σύμφωνα πάντα με τον Ομηρο, υπάρχει   σχέση ανάμεσα στο όνειρο και την ψυχή, και την παρομοιάζει με την σχέση  ύπνου με τον θάνατο. Ο Θάνατος, δίδυμος αδελφός του Ύπνου, σαν προσωποποίηση της λήξης της ζωής, στον Όμηρο συνοδεύεται με το επίθετο «μόρος» και το ουσιαστικό «κηρ». Οι άνθρωποι ζουν δύο φορές• την πρώτη με μια σωματική και ορατή μορφή, και την άλλη σαν μία αόρατη «εικόνα» που ελευθερώνεται μόνο τη στιγμή του θανάτου, δηλαδή ως Ψυχή.
Στην  Ιλιάδα  οι  δίδυμοι αδελφοί  ο Ύπνος και ο Θάνατος   κουβαλούν το σώμα του Σαρπηδόνα και στην Οδύσσεια ο θεός Ερμής έχει την εξουσία να αποκοιμίζει ή να ξυπνάει από τον ύπνο τους ανθρώπους, όπως ακριβώς έχει τη δύναμη να οδηγεί τις ψυχές των σκοτωμένων μνηστήρων στον Κάτω Κόσμο, περνώντας τους – όλες σαν σκιές- από το «λιβάδι του ασφοδέλου», το οποίο συνορεύει με τη «χώρα των ονείρων» .

Ο Ύπνος στον Όμηρο, έχει κατοικία του τη Λήμνο και εκεί, με τη βοήθεια της Ήρας, που τον προσφωνεί  «άναξ πάντων τε θεών πάντων τ’ ανθρώπων»,παίρνει γυναίκα του την Πασιθέη ,μία από τις Χάριτες,βέβαια με τον όρο να αποκοιμίσει  για ένα διάστημα τον Δία , ώστε να επηρεάσει η ίδια τη διεξαγωγή του Τρωικού Πολέμου

Κατά τον Ησίοδο, ο Ύπνος και ο Θάνατος, δεινοί θεοί, έχουν τη μόνιμη κατοικία τους στα Τάρταρα, «ένθα δε γης δνοφερής και ταρτάρου ηερόεντος», όπου ο Ήλιος ποτέ δεν τους βλέπει, «ούτε όταν ανεβαίνει στον ουρανό ούτε όταν κατεβαίνει». Ο  Ύπνος τριγυρίζει αθόρυβα στις στεριές και τις θάλασσες και είναι ήσυχος και καλός με τους ανθρώπους, ενώ ο  Θάνατος είναι σκληρός και ανάλγητος θεός με σιδερένια καρδιά, μισητός και σ’ αυτούς ακόμη τους αθάνατους θεούς.

Απεικονίσεις της καταλυτικής δύναμης του Θανάτου υπάρχουν στην ασπίδα του Ηρακλή, στη λέσχη των Κνιδίων στους Δελφούς και μαζί με τον Ύπνο στην αγκαλιά της μητέρας τους της Νύκτας στη λάρνακα του Κυψέλου. Ο Παυσανίας επίσης  αναφέρει ένα άγαλμα του Θανάτου στη Σπάρτη.
Τον Ύπνο οι καλλιτέχνες τον φαντάζονταν και τον παρίσταναν νέο με φτερά στους ώμους, να αποκοιμίζει τους κουρασμένους, καθώς τους ραντίζει με ένα κλαδί μουσκεμένο από τη δροσιά της λήθης ή καθώς χύνει υπνωτικούς χυμούς, κουνώντας τα φτερά του.

Η Νέκυια συμβολίζει το εσωτερικό ταξίδι του καθενός με απώτερο στόχο την επίτευξη της αυτογνωσίας και της αυτοπραγμάτωσης, μέσα από μία αναγέννηση

Για πολλούς, ο θάνατος θεωρείται μία πραγματικότητα που προκαλεί φόβο κι αυτό διότι συμβολίζει το τέλος και το άγνωστο. Με μία ευρύτερη έννοια, ο θάνατος ταυτίζεται με την υπέρβαση, τη διαδικασία του να αφήνεις πίσω ένα κατώτερο επίπεδο συνείδησης, προκειμένου να υιοθετήσεις ένα ανώτερο. Είναι η εγκατάλειψη μιας συμπαγούς μορφής ενέργειας, προκειμένου να απελευθερωθεί η πιο αέρινη, η πιο αιθέρια μορφή της. Με άλλα λόγια ο Πλούτωνας συνδέεται κατά μία έννοια, μετά από μία βαθειά ενδοσκόπιση και ,ε την κάθαρση και την αναγέννηση γιατί δρά  ως ο αναμορφωτής.

Για τους Έλληνες όπως φαίνεται και από τον μύθο των Ελευσίνιων μυστηρίων, η μεταθανάτια ζωή ήταν δεδομένη , λόγω του αιώνιου τμήματος που υπήρχε μέσα στον άνθρωπο.

Χαρακτηριστικό είναι το υπέροχο παρακάτω απόσπασμα του Εμπεδοκλή:

«Άφρονες και αγνοούντες είναι και με την σκέψη τους μακριά δεν φτάνουν,
Αυτοί που υποθέτουν πως εκείνο που δεν υπήρχε μπορεί να υπάρξει,ή πως εντελώς να πεθάνει κάτι μπορεί , και παντελώς να εξαφανιστεί.
Αδύνατον αρχή να γίνει από την Μη ύπαρξη.
Αδύνατον επίσης η ύπαρξη στο τίποτε να σβήσει, διότι εκεί όπου μία ύπαρξη οδηγείτε, εκεί θα συνεχίσει να είναι.
Ποτέ κανένα μην πιστέψετε που καθοδηγούμενος εις τα θέματα αυτά υπήρξε, ότι τα πνεύματα των ανθρώπων ζουν μόνο όσο η αποκαλούμενη ζωή κρατά.
Ότι μονάχα τότε ζούνε, όσοι απολαμβάνουν τις χαρές και τις λύπες τους, ή ότι προτού να γεννηθούν και αφού πεθάνουν, αυτοί είναι ένα τίποτα…».

«Εκείνο που η κάμπια θεωρεί το τέλος του κόσμου, ο δημιουργός το ονομάζει πεταλούδα…» .
Ρ. ΜΠΑΧ

«Αλληγορία του λεπιδόπτερου» ….. το ονομάζει

Η ΠΑΡΕΑ

 

Where Am I?

You are currently browsing entries tagged with Πλούτων at Η Παρέα.

Αρέσει σε %d bloggers: