Πλούτος Σπόρου

Μαΐου 16, 2011 § 3 Σχόλια


 

Πλούυτων Λούβρο

Πλουτωνας (δεξιά) και Περσεφόνη (αριστερά). Λεπτομέρεια από

Αττικό ερυθρόμορφο αμφορέα π. 470 π.χ. από την Ιταλία. Λούβρο

ΠΛΟΥΤΩΝ:  Ο αόρατος  άρχων της σποράς, των σπερμάτων,

της σεξουαλικής ενέργειας,

 κυρίαρχος της γέννησης και του θανάτου

Πολλές είναι οι παραδόσεις που κυριαρχούσαν στoν Ελληνικό Κόσμο σχετικά με τον Κάτω Κόσμο,  μετά τον Όμηρο όμως επικράτησε ως μεγαλύτερη μορφή ο Άδης, (Αΐδης=αόρατος βασιλιάς και κυρίαρχος του σιωπηλού κόσμου των νεκρών.

Τα Ομηρικά επίθετα για τον Άδη εκφράζουν  τον τρόμο που εμπνέει ο υποχθόνιος αυτός θεός: «Ίφθιμος», «Κρατερός» , «Στυγερός», «Αμείλιχος» και «Αδάμαστος»,  «άναξ ενέρων» ή «ενέροισιν ανάσσων» τα οποία θα διατηρηθούν  και από τους μεταγενέστερους ποιητές, καθώς και Άδμητος (αδάμαστος) και Νηλεύς (άσπλαχνος). Επειδή τα άλογα του Άδη, με τα οποία αρπάζει κάθε άνθρωπο, όπως άρπαξε την Κόρη στο Νύσιον πεδίον, ήταν θεϊκά και μοναδικά στον κόσμο για τη γρηγοράδα και την ευφυΐα τους, στον Όμηρο χαρακτηρίζεται επίσης Αΐδης κλυτόπωλος, και ο Πλούτωνα «πολυώνυμος», μια και απέφευγαν γενικά οι άνθρωποι να αναφέρονται σ’ αυτόν με το πραγματικό του όνομα. Αποκαλούνταν επίσης Πολυδέγμων ή Πολυδέκτης, γιατί δεχόταν στην επικράτειά του όλους τους ανθρώπους που πέθαιναν.

Κύριο σύμβολο   της εξουσίας του Πλούτωνα η κυνή,  η «Άϊδος κυνέην»  η οποία σηματοδοτούσε τη βαθιά νύκτα μέσα στην οποία βασιλεύει ο θεός. Η κυνή κάνει αόρατο, όχι μόνο αυτόν, αλλά και οποιονδήποτε άλλο θεό τη φορά, όπως η Αθηνά, που χάρη σ’ αυτήν κατόρθωσε να βοηθήσει τον προστατευόμενό της Διομήδη ξεφεύγοντας από το βλέμμα του Άρη στην περίφημη ομηρική μάχη. αλλά και ο Περσέας, όταν επιχειρούσε τον αποκεφαλισμό της Μέδουσας, καθώς και ο θεός Ερμής κατά την Γιγαντομαχία

Πλούτωνας, σαν μία άλλη εκδοχή , παράγωγο της λέξης «πλούτος», θεωρείται συγχρόνως και θεός της γεωργικής αφθονίας που παράγει τους δημητριακούς καρπούς,  Με τη δεύτερη αυτή ιδιότητά του, ο Άδης ως Πλούτωνας, είναι θεός ευεργετικός, αφού είναι κάτοχος και χορηγός όλου του πλούτου της γης, ακόμη και των μετάλλων, προπάντων όμως είναι ο φύλακας και ο δωρητής του πλούτου των δημητριακών, γι’ αυτό και συνδέεται με τη θεά Δήμητρα, με την ευνοϊκή διάθεση και τη βοήθεια της οποίας, έχουμε την ευφορία της γης.

Το κυρίαρχο σύμβολό του, είναι  το κέρας της Αμαλθείας, πολύ συχνά εικονίζεται στο πλευρό της Περσεφόνης κρατώντας στο χέρι το κέρας  και σε ένα μεγάλο ανάγλυφο της Ελευσίνας υπάρχει μία χαρακτηριστική παράσταση του Πλούτου, ο οποίος παρουσιάζεται ως μικρό παιδί ανάμεσα στη Δήμητρα και την Περσεφόνη.

Αν και  «αμείλιχος ηδ’ αδάμαστος» ,σε αρκετά μέρη θεώρησαν ότι και ο καταχθόνιος Άδης  θα μπορούσε με τη λατρεία και τις προσφορές να εξευμενιστεί.  Άλλες περιοχές, όπως π.χ. στη Νύσσα, στην Οπούντα, στην Τροιζήνα και ιδιαίτερα στην Πύλο της Ηλείας (Ήλιδα), με τελετές που γίνονταν μόνο κατά τη διάρκεια της νύκτας ή μέσα σε σκοτεινό χώρο.

Ο Παυσανίας εντυπωσιασμένος αναφέρει ότι οι κάτοικοι της Ήλιδας, στην Πύλο, είναι οι μόνοι σ’ ολόκληρο τον κόσμο που τιμούν τον Άδη, όπου μάλιστα υπήρχε «ιερός του Άϊδου περίβολός τε και ναός», στο βωμό του οποίου πρόσφεραν ταύρους και μαύρα κριάρια.

Με το όνομα Άδης, ο βασιλιάς του Κάτω Κόσμου, μαζί με τη Δήμητρα και την Περσεφόνη, λατρευόταν και στο βουνό Μίνθη της Τριφυλίας ,σύνορα Ηλείας, Αρκαδίας και Μεσσηνίας,ενώ βρέθηκαν πολλά αγάλματα του στα περίχωρα των Μυκηνών.

Το ιερό δέντρο του ήταν η «αίγειρος» (πανύψηλη λεύκη) και το κυπαρίσσι , ιερό φυτό έχει το πολύτριχο και ως ιερό άνθος το νάρκισσο, ενώ ο δυόσμος και ο ασφόδελος ήταν τα ιερά φυτά της Περσεφόνης.

Το φίδι, το «ιερότερο» ζώο των νεκρών, αποτελεί στις εικονογραφικές παραστάσεις το βασικότερο σύμβολο της λατρείας των χθόνιων «δυνάμεων.

Στην τέχνη, δεν ασχολήθηκαν πολύ με τη σκιαγράφηση του προσώπου του, παρά μόνο τον παρίσταναν συνήθως καθισμένο επάνω σε θρόνο, φτερωτό, με μακριά μαύρα μαλλιά ριγμένα στο μέτωπό του. Λίγα αγάλματά υπήρχαν και τον  παρασταίνουν σκυθρωπό, να κρατεί στο ένα χέρι το σκήπτρο του και στο άλλο τα κλειδιά του Κάτω Κόσμου, με τον τρομερό Κέρβερο ,  στα πόδια του να φρουρεί τις ψυχές και να μην αφήνει να δραπετεύσουν από τον Άδη.

Περιστοιχίζεται από τους μόνιμους συνοδούς του: τις Κήρες, μαύρες θεότητες και πνεύματα του θανάτου και της εκδίκησης, τις Μοίρες τις φονικές, οι οποίες θανατώνουν τους ανθρώπους και στέλνουν τις ψυχές τους στον Ερμή, για να τις οδηγήσει μέχρι την «Πύλη» του σκοτεινού βασιλείου του, τη Νέμεση, η οποία εκδικείται τους αδικημένους, την Άτη, τη θεά της βλάβης και της παραπλάνησης, τις Άρπυιες, αρπακτικές θεότητες, και τις Ερινύες, τις ανελέητες θεότητες της κατάρας και της εκδίκησης, δηλαδή τις θυγατέρες της Νύχτας, τις οποίες έστελνε στον κόσμο η σύζυγός του ΠερσεφόνηΣαν σκληρός τιμωρός και κριτής των αδίκων, ο Άδης, είχε το έργο να καταγράφει σε βιβλίο τις ανθρώπινες πράξεις.

Στον Άδη οι ψυχές κατεβαίνουν από τους τρομερούς ποταμούς Αχέροντα και Κωκυτό και από τις λίμνες Αχερουσία και Στύγα και από αυτούς  οριοθετείται ο κάτω κόσμος από τον Επάνω και περιβάλλονται από ομίχλη.

Τα ονόματα τους συμβολίζουν τις θλίψεις και τους στεναγμούς που δοκιμάζουν οι ψυχές στον Άδη. Ο Όμηρος,  μνημονεύει  τον  Αχέροντα, σαν ποτάμι του «άχους», της στενοχώριας και της θλίψης,  τον Κωκυτό , σαν ποταμό των «κλαυθμών» και των θρηνητικών κραυγών, τον Πυριφλεγέθοντα «πύρινο ποτάμι» και η πηγή του Κάτω Κόσμου, η Στυξ, με το «μαύρο νερό» ποτάμι του «μίσους» . Είναι η φοβερή κόρη του Ωκεανού, που, κατά τον Ησίοδο, προκαλεί τρόμο ακόμη και στους αθάνατους θεούς γι’ αυτό και την επικαλούνται, όταν ορκίζονται.
Ο Κωκυτός τοποθετείται στα βουνά της Αρκαδίας και ο  δε Αχέροντας  στη Πρέβεζα και σχηματίζει, λίγο πριν φτάσει στο Ιόνιο πέλαγος, τη λίμνη Αχερουσία. Εκεί αρχίζει το ταξίδι της αναχώρησης για τον κόσμο των νεκρών. Ακοίμητος οδηγός περιμένει στην όχθη ο Χάροντας, τραχύς και σκυθρωπός, για να μεταφέρει με τη βάρκα του, μέσα στην ομίχλη και το βούρκο των ποταμών, τις ψυχές στην αντίπερα όχθη, παίρνοντας ως αμοιβή τον οβολό που οι ζωντανοί έβαζαν στο στόμα των νεκρών για να πληρώσουν τα πορθμεία της μετάβασης στον άλλο κόσμο.

Στην αρχαία Έφυρα,  θα συναντήσουμε έναν κωνικό λόφο και μέσα σένα ειδικά διαμορφωμένο σπήλαιο υπάρχει το Άδυτο του Άδη, ιερό που είχε μετατραπεί και σε Νεκρομαντείο.Ονομάζεται και Νεκυομαντείο «Νέκυς» η ψυχή είδωλο του νεκρού και  λειτουργούσε από την Ομηρική εποχή. Ο Όμηρος  αναφέρει ότι οι ψυχές, μετά το χωρισμό τους απ’ το σώμα, πηγαίνουν σαν είδωλα νεκρών «στα δώματα του Άδη», τον οποίο ονομάζει Αΐδη, δηλαδή Αόρατος.

Οι ψυχές έφταναν στον Άδη μόνες τους ή με τη συνοδεία του πορθμέα Ψυχοπομπού Ερμή . Κατά συνέπεια, μέσα από τις «δαιμονικές τελετουργίες» των αγροτικών λαών, γεννήθηκε η πίστη σε ένα θεό που θα παραλαμβάνει τις ψυχές των νεκρών, για να τις οδηγεί στον Κάτω Κόσμο ή μερικές φορές θα τις επαναφέρει στην εδώ ζωή. Και αυτός ο θεός ήταν ο Ερμής Ψυχοπομπός ή Ψυχαγωγός, και αναφέρεται καταρχάς  στην Οδύσσεια να παραλαμβάνει τις ψυχές των σκοτωμένων μνηστήρων και, με το χρυσό και μαγικό ραβδί του, να τις οδηγεί απευθείας στον Άδη («κατ’ ευρώεντα κέλενθα») μέχρι τον ασφοδελόν λειμώνα, «ένθα ναίουσι ψυχαί, είδωλα καμόντων»

Εκτός από τον Αχέροντα παρόμοια περάσματα στον Κάτω Κόσμο υπήρχαν στο Ταίναρο Λακωνίας, στην Ερμιόνη Αργολίδος, στην Κορώνεια Βοιωτίας,στην Ηράκλεια Προποντίδας και στην Κύμη Ιταλίας.

Η Ιλιάδα τοποθετεί  τον Άδη, ως τόπο διαμονής των νεκρών,  στα βάθη της γης, σε τόπο καλυπτόμενο από πυκνό σκοτάδι. Στην Οδύσσεια, τον τοποθετεί πέρα από τον Ωκεανό, στο τέρμα της δύσης, στη χώρα των μυθικών Κιμμερίων, σ’ έναν τόπο άγονο και θλιβερό, με το «λιβάδι των ασφόδελων» και με το δάσος της Περσεφόνης γεμάτο από ψηλές λεύκες , όπου όλα τα τυλίγει η συννεφιά και η ομίχλη και βασιλεύει αιώνια νύχτα

Ο  Πλάτωνας περιγράφει αναλυτικά, με τα λόγια του Σωκράτη, στον Φαίδωνα   τα τέσσερα μεγάλα ρεύματα: Ο Ωκεανός, ο Αχέροντας, ο Πυριφλεγέθοντας και ο Κωκυτός

Στην  «Πολιτεία» τουτελειώνει με την περιγραφή ενός τοπίου του Κάτω Κόσμου : «στο τέλος του ταξιδιού στον άλλο κόσμο -όπως αναφέρεται στον μύθο του Ηρός του Αρμενίου- υπάρχει μία πεδιάδα , όπου μέσα σε φοβερή και αποπνικτική ζέστη, σταματούν οι ψυχές για τελευταία φορά πριν ξανασταλούν πάνω στην γη για νέα ενσάρκωση. Όταν βραδιάζει κατασκηνώνουν στις όχθες του ποταμού Αμέλητα, που το νερό του κανένα δοχείο δεν μπορεί να το κρατήσει. Κάθε ψυχή είναι υποχρεωμένη να πιει ορισμένη ποσότητα από αυτό το νερό, μερικοί όμως δεν έχουν αρκετή φρόνηση, δεν συγκρατιούνται και πίνουν περισσότερο, και τότε χάνουν κάθε ανάμνηση των προηγούμενων.»

Η λήθη πλημμυρίζει τις ψυχές που ήπιαν χωρίς μέτρο από τον ποταμό Αμέλητα, που βρίσκεται στην πεδιάδα της Λήθης και συμβολίζει το χαλάρωμα της ψυχής που αφήνεται στην ηδονή, αντί να πειθαρχήσει σε μία σκληρή μνημονική αγωγή ώστε να κατακτήσει την Α-λήθεια και την Α-θανασία. Η φιλοσοφία είναι μία μελέτη μνήμης, είναι η μνημονική άσκηση, που νικά τον χρόνο.

Κάθε «ανησυχία»  και αναζήτηση έχει χαθεί πια από μέσα τους. Οι ψυχές ευχαριστημένες από την επίγεια ζωή τους, χωρίς πνευματικές ανησυχίες, βολεμένες στην φυλακή του σώματος, δεν επιθυμούν παρά να ικανοποιούνται με μια άγνοια και αμέλεια  που ούτε καν συνειδητοποιούν. Θα μπορούσαμε να ταυτίσουμε τον Αμέλη ποταμό με τα νερά της Στύγας, επειδή οι ψυχές μόλις πιουν από τα νερά του αποκοιμιούνται πέφτοντας σε κώμα, ανάλογο με το κώμα που τυλίγει τους θεούς που επιόρκησαν όταν πιουν από το νερό της Στύγας.

Η Λήθη και η Αττη  θυγατέρες της νύχτας έχουν συγγένεια με το σκοτάδι και  εκφράζουν εκείνο το σκοτεινό σύννεφο που πέφτει πάνω στον ανθρώπινο νου, τον τυλίγει στα σκοτάδια, του κρύβει τον σωστό δρόμο της Αλήθειας και της Δικαιοσύνης και τον παρασέρνει στον χαμό του.

Η πίστη των αρχαίων Ελλήνων στη αθανασία της ψυχής και στη μεταθάνατο ζωή ήταν έντονη. Οι ψυχές απελευθερωμένες από το γήινο περίβλημα τους έχαναν τη μνήμη τους, μπορούσαν όμως προσωρινά να την αποκτήσουν με το πανάρχαιο έθιμο του εναγισμού, δηλ.της σφαγής ζώων και της σπονδής του αίματος στον Άδη και στους ήρωες. Ο εναγισμός διέφερε από τη θυσία. Η θυσία ζώων ήταν μια πράξη ευχαριστίας στους ανθρώπους. Με τον καπνό η προσφορά ανέβαινε στον ουρανό αντίθετα με τον εναγισμό το αίμα του ζώου χωρίς καύση έρρεε δια μέσου σχάρας στους υποχθόνιους.Η  ιεροτελεστία (Νεκύια) ελάμβανε χώρα μετά τη δύση του ηλίου, ενώ οι θυσίες ετελούντο κατά τη διάρκεια της ημέρας επί των βωμών.

Όλοι γίνονται δεκτοί στον Κάτω Κόσμο, αλλά κανείς δεν μπορεί να ξεφύγει  και να επιστρέψει στον Επάνω Κόσμο.

Μόνο κάποιοι Μυθολογικοί Ηρωες  κατορθώνουν να περάσουν τις πύλες του Κάτω Κόσμου, αλλά και να επιστρέψουν ξανά επάνω.

Η  Ευριδίκη δεν ξαναγύρισε από τον Κόσμο των νεκρών  , αφού   ο αγαπημένος της Ορφέας , θέλοντας να  την επαναφέρει  στη ζωή, δεν άντεξε  τη δοκιμασία  που του έθεσε ο Πλούτωνας να μη γυρίσει να τη δει στο δρόμο της επιστροφής.  Το ίδιο αποτέλεσμα είχε και η κάθοδος του Θησέα, που επανήλθε με την βοήθεια του Ηρακλή  και του Πειρίθου, που έμεινε για πάντα εκεί, ενώ σκόπευαν να κλέψουν την Περσεφόνη.

Ο Αριστοφάνης στους «Βατράχους», περιγράφει με σκωπτικό τρόπο την κατάβαση του θεού Διόνυσου και  του Ξανθία στον Κάτω Κόσμο, για να επαναφέρει στη ζωή τον Ευριπίδη, αφού προηγουμένως συμβουλεύτηκε τον Ηρακλή για το πώς θα πάνε εκεί.

Ο Ηρακλής  δε , ως γνωστόν, εκτελώντας έναν από τους 12 Αθλους του με διαταγή του Ευρυσθέα κατέβηκε με επιτυχία, φέρνοντας μαζί του και τον Κέρβερο. το Ταίναρο της Λακωνίας, στο οποίο καταλήγει η χερσόνησος που διαμορφώνεται από τον Ταΰγετο. Εκεί υπήρχε ένας ναός του Ποσειδώνα, κοντά σε μια σπηλιά, από την οποία, κατά τη μυθολογία, ο Ηρακλής κατέβηκε στον Άδη, για να ανεβάσει τον Κέρβερο.

Στον Κάτω Κόσμο κατέβηκε και ο Οδυσσέας , όπως τον συμβούλεψε ο Ερμής, λίγο πριν αναχωρήσει από το νησί της Κίρκης, και συνομίλησε με τις ψυχές των νεκρών.

 Στην Ραψωδία Λ’ της Ομήρου Οδύσσειας, η Nέκυια  , περιγράφεται η κάθοδος του  στον Άδη, στην προσπάθεια του να αποσπάσει τη συμβουλή του μάντη Τειρεσία.

Ηδη από την ραψωδία Κ ο  Οδυσσέας απελπισμένος   ακούει την Κίρκη να του προτείνει ότι πρέπει να περάσει από τον Αδη, αλλά ύστερα μετά από σκέψη συνειδητοποίησε ότι είναι η μόνη λύση για να φθάσει στην Ιθάκη, τον τελικό προορισμό του.

Αὐτὰ σὰν εἶπε, ἐμένανε ραγίστηκε ἡ καρδιά μου·
καὶ στὸ κλινάρι κάθισα καὶ τό ‘ριξα στὸ κλάμα,
καὶ μήτε ζωὴ μήτε ἥλιου φῶς δὲν ἤθελε ἡ ψυχή μου,
Μὰ σὰ χαμοκυλίστηκα καὶ χόρτασα τὸ κλάμα,
πάλε τῆς ξαναμίλησα καὶ ρώτηξά την κι εἶπα·
(κ 495-499)

Ενώ όταν ανακοινώνει στους συντρόφους του αυτή την απόφαση, αυτοί  «βαριοθλιμμένοι, καὶ πικρὰ χύνοντας δάκρυα ἀκόμα» αντέδρασαν το ίδιο

Βλέπουμε  λοιπόν τον Οδυσσέα να κατεβαίνει τον Αδη  , την λύπη στο βλέμμα του , να καταρρέει όταν βλέπει τους φίλους του, τους συντρόφους του  και την  μητέρα του, της οποίας τον θάνατο αγνοούσε.

«Τρεῖς φορὲς χύθηκα μὲ ὁρμὴ ν’ ἀδράξω την ποθώντας,
καὶ τρεῖς φορὲς μὲ ξέφυγε σὰν ὄνειρο, σὰν ἴσκιος·
καὶ μὲς στὰ σπλάχνα μου ἔκανε πιὸ κοφτερὸ τὸν πόνο»

Ο Μάντης Τειρεσίας εξιστόρησε τα μελλούμενα στον Οδυσσέα, και ότι ο δρόμος δεν ήταν εύκολος από δω και πέρα.

Συγκλονιστική είναι η αντάμωση με τον Αχιλλέα:

Κι αὐτὸς μοῦ ἀπολογήθηκε· “Περίλαμπρε Ὀδυσσέα,
τὸ θάνατο μὴ μοῦ ζητᾶς μὲ λόγια νὰ γλυκάνης.
Κάλλιο στὴ γῆς νὰ βρίσκομουν, κι ἂς δούλευα σὲ ἀνθρώπου
μικροῦ, μὲ δίχως βιὸς πολύ, παρὰ στὸν Ἅδη νὰ εἶμαι,
καὶ βασιλέας νὰ λέγουμαι τῶν πεθαμένων ὅλων.

Ο Αχιλλέας είναι ο πρώτος που διαμαρτύρεται  επειδή δεν ζει, και υπενθυμίζει στον Οδυσσέα ότι θέλει να διορθώσει ή να απαλλαγεί  βρίσκεται , στον επάνω κόσμο  και ο δρόμος του για να το επιτύχει αυτό είναι μακρύς  και δύσκολος.

Οταν αντικρύζει τον Αίαντα, του εκφράζει την λύπη του και του ζητά συγγνώμη με τον τρόπο του ,ενώ ο Αίαντας παραμένει θυμωμένος και αμίλητος.

«Μακάρι νὰ μὴν κέρδιζα, τότες, τέτοιο βραβεῖο,
τὶ ἐκεῖνα τ’ ἄρματα ἔχωσαν στὴ γῆς τέτοιο λεβέντη,
τὸν Αἴαντα, ποὺ σ’ ὀμορφιὰ καὶ σ’ ἔργα ξεπερνοῦσε
τοὺς ἄλλους Δαναούς, ἐξὸν τὸ δοξαστὸ Ἀχιλλέα.»

………….

Ο τελευταίος που αντίκρυσε ο Οδυσσέας και ο οποίος του μίλησε από μόνος του ήταν ο Ηρακλής, ο οποίος «καὶ μόνο φάντασμα ἦταν»  που εξιστορεί στην συνέχεια ότι όλα όσα έκανε εννοώντας τους Αθλους κατά την ζωή του ήταν ανούσια, μιας και «ἤμουν δοῦλος σὲ άνθρωπο πολὺ κατώτερό μου»
Οι νεκροί βοήθησαν τον Οδυσσέα να συνειδητοποιήσει τι πρέπει να κάνει, να διορθώσει εσφαλμένες επιλογές και να επαναξετάσει λάθος κρίσεις  , γιατί διαπιστώνει ότι όταν πεθαίνουν οι άνθρωποι λαμβάνουν ό,τι έπραξαν. Αφού συναντά και  τον Μίνωα ,έναν από τους Κριτές του Κάτω Κόσμου, και αποδίδεται Δικαιοσύνη.

Ο Ομηρος , όπως και άλλοι   μεγάλοι Επικοί Ποιητές,  εκφράζουν τις μεταθανάτιες αντιλήψεις της εποχής τους, παρομοιάζοντας τον Θάνατο με τον Ύπνο ή και το αντίθετο. Ετσι παρομοιάζει τον ωραίο και ήσυχο ύπνο του Οδυσσέα πάνω σε πλοίο, την ώρα που πλέει προς την Ιθάκη, με τον θάνατο, γράψει χαρακτηριστικά ότι «βάραινε τα βλέφαρά του ένας ύπνος ήσυχος και γλυκός, ολόιδιος με το θάνατο».

Σύμφωνα πάντα με τον Ομηρο, υπάρχει   σχέση ανάμεσα στο όνειρο και την ψυχή, και την παρομοιάζει με την σχέση  ύπνου με τον θάνατο. Ο Θάνατος, δίδυμος αδελφός του Ύπνου, σαν προσωποποίηση της λήξης της ζωής, στον Όμηρο συνοδεύεται με το επίθετο «μόρος» και το ουσιαστικό «κηρ». Οι άνθρωποι ζουν δύο φορές• την πρώτη με μια σωματική και ορατή μορφή, και την άλλη σαν μία αόρατη «εικόνα» που ελευθερώνεται μόνο τη στιγμή του θανάτου, δηλαδή ως Ψυχή.
Στην  Ιλιάδα  οι  δίδυμοι αδελφοί  ο Ύπνος και ο Θάνατος   κουβαλούν το σώμα του Σαρπηδόνα και στην Οδύσσεια ο θεός Ερμής έχει την εξουσία να αποκοιμίζει ή να ξυπνάει από τον ύπνο τους ανθρώπους, όπως ακριβώς έχει τη δύναμη να οδηγεί τις ψυχές των σκοτωμένων μνηστήρων στον Κάτω Κόσμο, περνώντας τους – όλες σαν σκιές- από το «λιβάδι του ασφοδέλου», το οποίο συνορεύει με τη «χώρα των ονείρων» .

Ο Ύπνος στον Όμηρο, έχει κατοικία του τη Λήμνο και εκεί, με τη βοήθεια της Ήρας, που τον προσφωνεί  «άναξ πάντων τε θεών πάντων τ’ ανθρώπων»,παίρνει γυναίκα του την Πασιθέη ,μία από τις Χάριτες,βέβαια με τον όρο να αποκοιμίσει  για ένα διάστημα τον Δία , ώστε να επηρεάσει η ίδια τη διεξαγωγή του Τρωικού Πολέμου

Κατά τον Ησίοδο, ο Ύπνος και ο Θάνατος, δεινοί θεοί, έχουν τη μόνιμη κατοικία τους στα Τάρταρα, «ένθα δε γης δνοφερής και ταρτάρου ηερόεντος», όπου ο Ήλιος ποτέ δεν τους βλέπει, «ούτε όταν ανεβαίνει στον ουρανό ούτε όταν κατεβαίνει». Ο  Ύπνος τριγυρίζει αθόρυβα στις στεριές και τις θάλασσες και είναι ήσυχος και καλός με τους ανθρώπους, ενώ ο  Θάνατος είναι σκληρός και ανάλγητος θεός με σιδερένια καρδιά, μισητός και σ’ αυτούς ακόμη τους αθάνατους θεούς.

Απεικονίσεις της καταλυτικής δύναμης του Θανάτου υπάρχουν στην ασπίδα του Ηρακλή, στη λέσχη των Κνιδίων στους Δελφούς και μαζί με τον Ύπνο στην αγκαλιά της μητέρας τους της Νύκτας στη λάρνακα του Κυψέλου. Ο Παυσανίας επίσης  αναφέρει ένα άγαλμα του Θανάτου στη Σπάρτη.
Τον Ύπνο οι καλλιτέχνες τον φαντάζονταν και τον παρίσταναν νέο με φτερά στους ώμους, να αποκοιμίζει τους κουρασμένους, καθώς τους ραντίζει με ένα κλαδί μουσκεμένο από τη δροσιά της λήθης ή καθώς χύνει υπνωτικούς χυμούς, κουνώντας τα φτερά του.

Η Νέκυια συμβολίζει το εσωτερικό ταξίδι του καθενός με απώτερο στόχο την επίτευξη της αυτογνωσίας και της αυτοπραγμάτωσης, μέσα από μία αναγέννηση

Για πολλούς, ο θάνατος θεωρείται μία πραγματικότητα που προκαλεί φόβο κι αυτό διότι συμβολίζει το τέλος και το άγνωστο. Με μία ευρύτερη έννοια, ο θάνατος ταυτίζεται με την υπέρβαση, τη διαδικασία του να αφήνεις πίσω ένα κατώτερο επίπεδο συνείδησης, προκειμένου να υιοθετήσεις ένα ανώτερο. Είναι η εγκατάλειψη μιας συμπαγούς μορφής ενέργειας, προκειμένου να απελευθερωθεί η πιο αέρινη, η πιο αιθέρια μορφή της. Με άλλα λόγια ο Πλούτωνας συνδέεται κατά μία έννοια, μετά από μία βαθειά ενδοσκόπιση και ,ε την κάθαρση και την αναγέννηση γιατί δρά  ως ο αναμορφωτής.

Για τους Έλληνες όπως φαίνεται και από τον μύθο των Ελευσίνιων μυστηρίων, η μεταθανάτια ζωή ήταν δεδομένη , λόγω του αιώνιου τμήματος που υπήρχε μέσα στον άνθρωπο.

Χαρακτηριστικό είναι το υπέροχο παρακάτω απόσπασμα του Εμπεδοκλή:

«Άφρονες και αγνοούντες είναι και με την σκέψη τους μακριά δεν φτάνουν,
Αυτοί που υποθέτουν πως εκείνο που δεν υπήρχε μπορεί να υπάρξει,ή πως εντελώς να πεθάνει κάτι μπορεί , και παντελώς να εξαφανιστεί.
Αδύνατον αρχή να γίνει από την Μη ύπαρξη.
Αδύνατον επίσης η ύπαρξη στο τίποτε να σβήσει, διότι εκεί όπου μία ύπαρξη οδηγείτε, εκεί θα συνεχίσει να είναι.
Ποτέ κανένα μην πιστέψετε που καθοδηγούμενος εις τα θέματα αυτά υπήρξε, ότι τα πνεύματα των ανθρώπων ζουν μόνο όσο η αποκαλούμενη ζωή κρατά.
Ότι μονάχα τότε ζούνε, όσοι απολαμβάνουν τις χαρές και τις λύπες τους, ή ότι προτού να γεννηθούν και αφού πεθάνουν, αυτοί είναι ένα τίποτα…».

«Εκείνο που η κάμπια θεωρεί το τέλος του κόσμου, ο δημιουργός το ονομάζει πεταλούδα…» .
Ρ. ΜΠΑΧ

«Αλληγορία του λεπιδόπτερου» ….. το ονομάζει

Η ΠΑΡΕΑ

 

Advertisements

Tagged:

§ 3 Responses to Πλούτος Σπόρου

  • Ο/Η i parea λέει:

    Κατά τον Ηράκλειτο το στοιχείο αυτό που προσδιορίζει τις μετενσαρκώσεις είναι το υγρόν . Το νερό εκφράζει τον συναισθηματικό κόσμο της ψυχής και ο Ποσειδώνας είναι ο άναξ αυτών των συναισθηματικών υδάτων, που σείει με την τρίαινάν του το τρις-υπόστατον είναι του όντος.(επιθυμητικός/σωματικός, θυμικός/ψυχικός, λογιστικός/νοητικός.
    Ο ένσαρκος φορέας μετά τον θάνατον επιστρέφει στο πιο πυκνό και βαρύ στοιχείο, το στοιχείον της Γης. Εκεί θα φιλοξενηθή το φθαρτό σώμα από την Μεγάλην Μητέρα Δήμητρα.

    Η ψυχή μεταξύ δύο ενσαρκώσεων «μεταβάλλον αναπαύεται» συνεχίζει ο Ηράκλειτος, επεξεργαζόμενη τας βιωθείσας εμπειρίας και προετοιμαζομένη δια την μελλοντικήν της νέαν ενσάρκωσιν, και συμφωνεί με το κείμενον της πινακίδας της Πετηλίας που μας δίνει μιά ολοκληρωμένη εικόνα της αενάου εναλλαγής ζωής/θανάτου των ψυχών.

    «Θα βρης μία κρήνη στα αριστερά του οίκου του Άδη•
    δίπλα σ’ αυτήν λευκό βρίσκεται κυπαρίσσι.
    Σ’ αυτήν την κρήνη μην πλησίασης κοντά.
    Αλλά θα βρης μιάν άλλη κοντά στης Μνημοσύνης
    την λίμνη, πού κρύο νερό αναβρύζει
    και φύλακες την φυλάνε.
    Πες: της γης παιδί είμαι και του έναστρου ουρανού
    αλλά το γένος μου είναι βεβαίως (μόνον) ουράνιο.
    Αυτό το γνωρίζετε και σεις οι ίδιοι.
    Φλέγομαι από την δίψα μου και χάνομαι•
    δώστε μου γρήγορα κρύο νερό
    που αναβρύζει από της Μνημοσύνης την λίμνη.
    Και αυτοί θα σου δώσουν να πιής από την ιερή κρήνη
    Και τότε μαζύ με τους άλλους ήρωες θα βασιλεύης…».
    Το μυστικό κλειδί , που παραδίδουν αι Ορφικές Πινακίδες, είναι η επίγνωσις του γένους της διπλής των καταγωγής: εκ της Γης και του Ουρανού, εις την οποίαν εντάσσεται το όλον είναι του όντος, το φθαρτόν σώμα και η αθάνατος ψυχή του.

    «Η μεν ψυχή τω θείω, το δε σώμα τω θνητώ».
    (Πλάτωνος «Φαίδων» 80 Α)

    Γης παις ειμί: Γη, η μητέρα του, η Γη Μήτρα, η Δήμητρα των Ελευσινίων Μυστηρίων, την οποίαν τιμά, εκ της οποίας εγεννήθη και εις την οποίαν θα επιστρέψη ο φθαρτός του φορεύς, το σώμα του.
    Και Ουρανού αστερόεντος: Ουρανός, ο έναστρος νους αθανάτου φύσεως , του επιτρέπει να αναγνωρίσει την ουρανίαν του καταγωγήν, η οποία οδηγεί εις την αθανασίαν .
    «Γης παις ειμί και ουρανού αστερόεντος, αυτάρ εμοί γένος ουράνιον. τόδε δ’ ίστε και αυτοί. Διψίη δ’ ειμί αύη και απόλλυμαι. Αλλά δότ’ αίψα ψυχρόν ύδωρ προρρέον της Μνημοσύνης από λίμνης».
    Της Γης παιδί είμαι και του έναστρου Ουρανού• το γένος μου είναι βεβαίως ουράνιο. Αυτό το γνωρίζετε και οι ίδιοι. Φλέγομαι από την δίψα μου και χάνομαι• δώστε μου γρήγορα κρύο νερό που αναβρύζει από της Μνημοσύνης την λίμνη.

    Η ψυχή του μυημένου ονομάζει Μνημοσύνην την λίμνη που βρίσκεται δεξιά. Γνωρίζει δηλαδή ότι αν πιεί απο αυτή, δεν θα χάσει την Μνήμην της, ενώ από την κρήνη στα αριστερά θα πέσει στην λήθη .
    Και στις δύο περιπτώσεις, της Λήθης και της Μνημοσύνης, σύνδεσμος και κοινός συμβολικός όρος είναι το ύδωρ,που τα τρύπια δοχεία ,οι αμύητες ανθρώπινες ψυχές κατά Γοργία, δεν μπορούν να συγκρατήσουν εξαιτίας της λήθης. Αντίθετα η μεμυημένη ψυχή, που έχει αποκτήσει συνείδηση, αρνείται να παρασυρθή από το αίσθημα της δίψας της επίγειας ζωής, γεμάτη από λάθη, υποκειμενικές κρίσεις και συναισθήματα, εμμονές και φαντασιώσεις, και αρνείται να λησμονήσει την καταγωγήν της
    Δικαίωμα να πίουν από την κρήνην της Μνημοσύνης έχουν μόνο οι ψυχές, πού γνωρίζουν την προέλευσιν της ουρανίας των καταγωγής και οι Έλληνες είναι από αυτούς. Ο Πλάτωνας στους διαλόγους του μας το επιβεβαιώνει. Ετσι οι αρχαίες μυημένες ψυχές που θα επιστρέψουν εις την γην, θα έχουν και την δυνατότητα προσπελάσεως στις προγονικές τους μνήμες. (Πλάτωνος «Πολιτεία» 498C, θεωρία των μετενσαρκώσεων).

    Ο Σωκράτης στον Φαίδωνα λέει ότι η μάθηση είναι μια ανάμνηση, που επαναφέρουμε στην μνήμη μας, αφού νικήσουμε την λήθη και ανανεώσουμε τη μνήμη όσων ήδη γνωρίζουμε , ξαναβρίσκοντας την χαμένη Γνώση.. Μια ανάμνηση ενός κόσμου, του κόσμου των Ιδεών που κάποτε είδε η ψυχή και τώρα πρέπει να ξαναθυμηθεί, που να μας ανανεώνει συνεχώς την μνήμη όσων έχουμε γνωρίσε
    Η εξελικτική πορεία της ψυχής έχει ως βάση την γνώση, που είναι η μόνη που δικαιώνει το ανθρώπινο είδος και η οποία αποκτάται από τις εμπειρίες του συνόλου των βίων και δεν βασίζεται απλά στη πίστη ή σε ένα δόγμα.

  • Ο/Η i parea λέει:

    Με τον Μύθο του Ηρός , ο Πλάτωνας κάνει την περιγραφή του μεταθανάτιου ταξιδιού ενός στρατιώτη, γυιός του Αρμένιου της πανφυλίας φυλής,που πέθανε στη μάχη και επανήλθε στη ζωή πάνω στη νεκρική πυρά, της μετενσάρκωσης και των ουράνιων σφαιρών του αστρικού σύμπαντος.
    Κεντρικό σύμβολο αποτελεί το Αδράχτι της Aνάγκης που σχηματίζει 8 κύκλους, πάνω σε καθένα από τους οποίους βρίσκεται μια Σειρήνα που τραγουδά μια νότα και όλες μαζί σχηματίζουν μια αρμονία, τη μουσική των ουράνιων σφαιρών. Εκεί βρίσκονται και οι 3 Μοίρες, η Κλωθώ, η Λάχεση κι η Άτροπος, που η ύπαρξή τους είναι άρρηκτα δεμένη με την ίδια την ύπαρξη του ανθρώπου .
    Η Κλωθώ, η μεγαλύτερη απ’ τις τρεις, κρατά , κλώθει και ξετυλίγει το νήμα της ζωής ,η Λάχεση κρατά στα χέρια ένα αδράχτι όπου τυλίγει σιγά – σιγά το νήμα αυτό και η μικρότερη, η Άτροπος, με το ψαλίδι που κρατά, κόβει μια ορισμένη στιγμή το νήμα κι ο άνθρωπος πεθαίνει.
    Η έννοια της Μοίρας υπάρχει στους αρχαίους από πολύ παλιά. Κι ο Όμηρος αναφέρει το πεπρωμένο, με δυο ονόματα: Αίσα και Κηρ. Η πρώτη καθορίζει την τύχη της ζωής του ανθρώπου, η δεύτερη φέρνει το θάνατο.
    Στην Πλατωνική Πολιτεία , στο δέκατο βιβλίο, οι τρεις Μοίρες , θυγατέρες τής Ανάγκης κάθονται σε ίσες αποστάσεις γύρω από το αδράχτι της. Λευκοφορεμένες και με στέμματα στα κεφάλια τους, πάνω σε θρόνο η κάθε μία, συνοδεύουν το αρμονικό τραγούδι τών Σειρήνων, ψάλλοντας η Λάχεσις τα περασμένα, η Κλωθώ τα παρόντα και η Άτροπος τα μέλλοντα. Κάθε μία , συμβάλλει στην περιστροφική κίνηση τών κύκλων τού αδραχτιού, η Κλωθώ μεν βοηθώντας με το δεξί της χέρι στην περιστροφή τού εξωτερικού κύκλου τού αδραχτιού, η Άτροπος με το αριστερό χέρι συμβάλοντας στην περιστροφή τών εσωτερικών κύκλων και η Λάχεσις, πότε με το δεξί και πότε με το αριστερό χέρι, συμβάλοντας και στα δύο είδη περιστροφών.
    «εις παν ορθογώνιον τρίγωνον το τετράγωγον της υποτεινούσης ισούται προς το άθροισμα των τετραγώνων των δύο κάθετων πλευρών».
    Το γνωστό Πυθαγόρειον Θεώρημα, είναι η πορεία της ψυχής, κατά την διάρκεια της ενσάρκωσης της ,όπως την αποδίδει ο Πλάτωνας.
    Το Αδράχτι της Ανάγκης είναι ο συνολικός χρόνος στον μακρόκοσμο, στο δε μικρόκοσμο το συνολικό διάστημα των ενσάρκων βίων της ψυχής.Οι τρείς Μοίρες εκπροσωπούν τον επι μέρους χρόνο, καθώς υφαίνουν το ύφασμα της ζωής και συσχετίζονται με το «ΖΩΟΓΟΝΙΚΟΝ ΤΡΙΓΩΝΟΝ»
    Η Λάχεσις/ Ειμαρμένη/ παρελθόν, θα ακολουθεί πάντα τον άνθρωπο, παρούσα στην εξελεκτική πορεία της ψυχής του, γιατί μόνος του επέλεξε τον τρόπο της ζωής που θα ζήσει στην επόμενη ενσάρκωσή του και είναι η υποτείνουσα του ορθογωνίου τριγώνου .
    Η Πρόνοια/Ατροπος/Μέλλον είναι η αεί υπάρχουσα στον αόρατο και ορατό μορφοποιημένο Σύμπαν. Είναι ο νόμος,που προνοεί, ο Ορθός Λόγος και η Αρετή. Η μοίρα Ατροπος είναι αδέκαστος, ορθή, κάθετος και δεν κλινει προς καμμίαν κατεύθυνση.Σχηματίζει δε ορθογώνια γωνία με την οριζόντια.
    Η Κλωθώ/Βούληση-θέληση/παρόν, εκπροσωπεί την ελεύθερη θέληση του ανθρώπινου όντος και αφορά την οριζόντια πλευρά του τριγώνου, η οποία μπορεί να αυξομειώνεται και αποτελεί το κλειδί και το θεμέλιο του Ζωογονικού τριγώνου. Εκφράζει τα τέσσερα στοιχεία του όρκου του Πυθαγόρα , τα τέσσερα ριζώματα του Εμπεδοκλή , ΓΗ,ΥΔΩΡ,ΑΗΡ και το ΠΥΡ που συνλειτουργούν αρμονικά ή δυσαρμονικά και συγκροτούν τον ψυχονοητικό και σωματικό μέρος του ανθρώπου. Και εδώ επαφίεται οι επιλογές που κάνει και καθορίζουν την μοίρα του.
    Γή είναι τα ένστικτα, οι σωματικές ανάγκες, Αέρας , η νοητική σύσταση των ιδεών και των λογικών ή παράλογων σκέψεων, Υδωρ, το συναισθηματικό υπόβαθρο και η υποκειμενική αντίληψη των καταστάσεων, και το Πυρ η ορμή, ο ενθουσιασμός, η λάμψη η «εν θεώ Ουσίαν του».
    Ο Πλάτωνας λέγει ότι ο άνθρωπος επιλέγει τον τρόπο ζωής που θέλει να ακολουθήσει, και αυτή η ορθή γωνία που σχηματίζεται είναι το δώρο της Πρόνοιας στον άνθρωπο, προκειμένου να επιλέξει ελεύθερα την πορεία του. Είναι αποκλειστικά υπεύθυνος για τον εαυτό του και τις επιλογές του και αυτή η ευθύνη αγγίζει την αιωνιότητα, γιατί τίποτε δεν χάνεται ούτε η γνώση ούτε οι πράξεις μας ούτε οι σκέψεις μας.
    «Φυγή δε ομοίωσις θεώ κατά το δυνατόν» Θεαίτητος
    Οπου «φυγή» κατά τον Πλάτωνα δεν σημαίνει αναχώρηση από την καθημερινότητα και σε καμμία περίπτωση δεν προτείνει τον μοναχισμό. Αντίθετα είναι η ΟΡΘΗ ΣΧΕΣΗ της ψυχής με την Πρόνοια.
    Τα όντα που συνειδητοποιούν τον προορισμό τους με τον έλεγχο της συνείδησης τους, με τον τρόπο και τον Ελληνικό Διαλογισμό, όπως προτείνει ο Πυθαγόρας, πορεύονται προς την Πρόνοια και την ΕΝΤΕΛΕΧΕΙΑ ΤΟΥΣ. Και αποτελεί το μεγαλύτερο Ηθικό δίδαγμα προς όλες τις γενιές,που μας κληροδότησε ο μεγάλος φιλόσοφος, διότι καθιστά το ανθρώπινο ον από έναν ταλαίπωρο ανεύθυνο ανθρωπάκο που άγεται και φέρεται ασυνείδητα και περνά από τον Πλανήτη Γη ,χωρίς να έχει καταλάβει τίποτε από την ομορφιά και την μαγεία του Κόσμου, σε ελεύθερο και σοφό Κάτοικο του Σύμπαντος, φωτεινό παράδειγμα, Φάος και Φάρος.
    Να ξαναθυμηθούμε την προτροπή του Πυθαγόρα έτσι όπως μας δίδαξε στα Χρυσά Επη του.
    «Πή παρέβην, τι δ΄έρεξα, τι μοι δέον ουκ ετελέσθη»

    Σημειώσεις από τους ΑΡΡΗΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΛΤΑΝΗ

  • Ο/Η iparea λέει:

    …………..
    Φόρκυνος μὲν ὅδ᾿ ἐστὶ λιμήν, ἁλίοιο γέροντος,
    ἥδε δ᾿ ἐπὶ κρατὸς λιμένος τανύφυλλος ἐλαίη:
    ἀγχόθι δ᾿ αὐτῆς ἄντρον ἐπήρατον ἠεροειδές,
    ἱρὸν νυμφάων, αἳ νηϊάδες καλέονται:
    τοῦτο δέ τοι σπέος ἐστὶ κατηρεφές, ἔνθα σὺ πολλὰς
    ἔρδεσκες νύμφῃσι τεληέσσας ἑκατόμβας:
    τοῦτο δὲ Νήριτόν ἐστιν ὄρος καταειμένον ὕλῃ.»
    ὣς εἰποῦσα θεὰ σκέδασ᾿ ἠέρα, εἴσατο δὲ χθών:
    γήθησέν τ᾿ ἄρ᾿ ἔπειτα πολύτλας δῖος Ὀδυσσεύς,
    χαίρων ᾗ γαίῃ, κύσε δὲ ζείδωρον ἄρουραν.
    αὐτίκα δὲ νύμφῃς ἠρήσατο, χεῖρας ἀνασχών:
    «νύμφαι νηϊάδες, κοῦραι Διός, οὔ ποτ᾿ ἐγώ γε
    ὄψεσθ᾿ ὔμμ᾿ ἐφάμην: νῦν δ᾿ εὐχωλῇς ἀγανῇσι
    χαίρετ’: ἀτὰρ καὶ δῶρα διδώσομεν, ὡς τὸ πάρος περ,
    αἴ κεν ἐᾷ πρόφρων με Διὸς θυγάτηρ ἀγελείη
    αὐτόν τε ζώειν καί μοι φίλον υἱὸν ἀέξῃ.»
    τὸν δ᾿ αὖτε προσέειπε θεὰ γλαυκῶπις Ἀθήνη:
    «θάρσει, μή τοι ταῦτα μετὰ φρεσὶ σῇσι μελόντων.
    ἀλλὰ χρήματα μὲν μυχῷ ἄντρου θεσπεσίοιο
    θείμεν αὐτίκα νῦν, ἵνα περ τάδε τοι σόα μίμνῃ:
    αὐτοὶ δὲ φραζώμεθ᾿ ὅπως ὄχ᾿ ἄριστα γένηται.»
    ὣς εἰποῦσα θεὰ δῦνε σπέος ἠεροειδές,
    μαιομένη κευθμῶνας ἀνὰ σπέος
    …….. Δυω δε τε αι θύραι εισίν, αι μεν προς Βορείο κατιβαραί ανθρώποισιν, αι δ΄αυ προς Νότου εισί θεώτεραι, ουδέ τι κείνη ά εσέρχονται, άνδρες αλλ’ αθαν’ατων οδος εστίν. ΟΜΗΡΟΥ ΟΔΥΣΣΕΙΑ
    Υπάρχει στην Ιθάκη ένα λιμάνι του Φόρκυνα, του θαλάσσιου γέροντα, Να του Φόρκυνα του θαλασσογερόντου
    ο κόρφος, να κι η ελιά η στενόφυλλη στου λιμανιού την κόχη,
    και δίπλα το γαλαζοσκότεινο, χαριτωμένο σπήλιο,
    ταμένο στις ξανθιές, τρισέβαστο, στις Νεροκόρες.Δες τη
    τη θολωτή σπηλιά, κει που άλλοτε ποτέ σου δεν ξεχνούσες
    στις Νεροκόρες αψεγάδιαστες τρανές θυσίες να κάνεις!
    Κι αυτό είναι το βουνό το Νήριτο, με δάση σκεπασμένο.»
    Μιλώντας την αντάρα σκόρπισε κι εφάνη γύρα ο τόπος’
    και χάρηκε ο Οδυσσέας ο αρχοντικός, ο τρισβασανισμένος,
    που είδε τη γη του, και τα χώματα φιλεί τα πολυθρόφα’
    κι υψώνοντας τα χέρια ευχήθηκε στις Νεροκόρες κι είπε:
    Κόρες του Δία, ξανά δεν το ‘λεγα, ξανθιές, καλοκυράδες,
    πως θα σας δω. Μα τώρα ολόχαρος την προσευχή μου υψώνω.
    Γεια και χαρά! Θα σας προσφέρουμε και δώρα, σαν και πρώτα,
    μονάχα η κουρσολόγα να ‘θελε, του γιου του Κρόνου η κόρη,
    κι εγώ να ζω, κι ο γιος μου ανέβλαβος να βλέπω να τρανεύει.»
    Τότε η Αθηνά, η θεά η γλαυκόματη, γυρνώντας του αποκρίθη:
    «Κάμε κουράγιο και μη γνοιάζεσαι στα φρένα σου για τούτα.
    Μα τώρα ευτύς το βιος να κρύψουμε στα βάθη, μέσα μέσα,
    της θεϊκιάς σπηλιάς, απείραχτα να μείνουν τ᾿ αγαθά σου’
    κι ας στοχαστούμε πως καλύτερα θα βγει η δουλειά ως την άκρη.»
    Είπε η θεά, και στ᾿ ολοσκότεινο το σπήλιο μέσα εχώθη,
    κρυψώνες να ‘βρει ψαχουλεύοντας᾿……
    ………….Βρίσκονται δύο πόρτες που η μια τους βλέπει στο Βοριά και την περνούν οι ανθρώποι, ενώ η άλλη η θεικιά κοιτάει το Νότο απ΄αυτήν όμως δεν μπαίνουν οι θνητοί παρά είναι των αθανάτων το διάβα.
    Μέσα σε αυτό το σπήλαιο έκρυψε ο Οδυσσέας τους θησαυρούς που του έδωσαν οι Φαίακες, κατά την επιστροφή του προς την Ιθάκη.
    Η Θύρα που βλέπει στο Βοριά την καταβαίνουν οι άνθρωποι και είναι η θύρα των επανενσαρκώσεων. Η ΨΥΧΗ χρησιμοποιεί εναλλάξ την νέα με την παλαιά θύρα και αλλάζει πεδίο ύπαρξης. Η Βόρειος θύρα είναι το Θερινό Ηλιοστάσιο, κατά το οποίο ο ήλιος διέρχεται από το ζώδιο του Καρκίνου ,που το στοιχείο του είναι το Υδωρ. Από το νερό έρχονται οι ψυχές και ο Καρκίνος θεωρείται η μήτρα της Ζωής.
    Ο Βόρειος άνεμος παρασύρει με την ψυχρότητά του και την σφοδρότητα τις ψυχές προς ενσάρκωση, και είναι οικείος σε όσες πρόκειται να γεννηθούν αλλά και και γι΄αυτές που πρόκειται να αποθάνουν είναι ο ίδιος άνεμος που τις αποτελειώνει.Τον θεωρούν Ερωτικό, τον παρομοιάζουν δε με άλογο με μάυρη χαίτη και η Σελήνη είναι η τροφοδότης και συντηρητής των όντων.
    Ο Νότος διαμετρικά αντίθετος του Βορρά είναι ο αστερισμός του Αιγόκερω,στο Χειμερινό Ηλιοστάσιο. Εδώ είναι η θύρα που χρησιμοποιούν μόνο οι ψυχές των Ηρώων και των Αθανάτων.
    Το σπήλαιο των Νυμφών της Ιθάκης που περιγράφεται στην ομηρική Οδύσσεια μελετάται από τον Πορφύριο στο «Περί του εν Οδύσσεια των Νυμφών Άντρου» σαν αλληγορία και συσχετίζεται με το μεγάλο και αιώνιο φιλοσοφικό πρόβλημα, αυτό της γένεσης και του θανάτου της ψυχής.
    Το σπήλαιο είναι σύμβολο του αισθητού κόσμου. Το «επήρατον» σημαίνει το κάλλος του αισθητού κόσμου, ενώ το «ηεροειδές» το ομιχλώδες-σκοτεινό-ασαφές-σκιερό του κόσμου. Το «ιρόν νυμφάων» είναι ο ιερός τόπος των νυμφών, ειδικότερα των Ναϊάδων Νυμφών οι οποίες εφορεύουν των πηγών και των υδάτων από τα οποία «νάουσι» (αναβλύζουν) ρύακες. Η ελαία που βρίσκεται στη μέσα άκρη του λιμανιού και έξω από το σπήλαιο είναι η νοερή σοφία , η Αθηνά .
    Η δημιουργία του Κόσμου δεν είναι μηχανική ούτε κατά τύχη, ούτε άνευ λόγου, αλλά είναι το τέλειο και σοφό έργο του Νού και βρίσκεται επί κεφαλής του λιμένος του σύμπαντος. Η θάλασσα της ζωής είναι η ταραχώδης , τρικυμμισμένη θάλασσα των συναισθημάτων και ανεξέλεγκτων επιθυμιών των θνητών . Γι΄αυτό βγαίνοντας ο Οδυσσεύς από αυτήν την θάλασσα οφείλει να αφήσει πίσω του όλα τα πολύτιμα δώρα των Φαιάκων μέσα στο σπήλαιο και να τα σφραγίσει εκεί. Μόνο τότε θα προσεγγίζει την ελαία και θα βρεθεί με την θεά Αθηνά.
    Οι λίθινοι κρατήρες και τα πιθάρια σύμβολα των Ναϊάδων και του Διονύσου καθώς οίνος=νους, κρατήρας=σώμα). Δύο πίθοι κατά τον Ομηρο: «Δώρων τα οποία δίδει ο Ζευς, συμφορές εις το ένα και εις το άλλο αγαθά». Το πιθάρι σύμβολο της ψυχής αφού οι ψυχές είναι χώροι συσσώρευσης .
    «εν δ’ιστοί λίθεοι περιμήκεες, ένθα τε Νύμφαι φάρε’ υφαίνουσιν αλιπόρφυρα, θαύμα ιδέσθαι.»
    «Υπάρχουν εκεί και μεγάλοι αργαλειοί λίθινοι, όπου οι νύμφες υφαίνουν θαλασσοπόρφυρα υφάσματα, θαύμα να τα βλέπεις.»
    Είναι τα οστά των θνητών και καλούνται λίθινοι επειδή μοιάζουν με λίθους. Τα θαλασσοπόρφυρα υφάσματα εμφανώς προσομοιάζουν την σάρκα που υφαίνεται από αίματα. Και το σώμα, ο χιτών της ψυχής με τον οποίον έχει ενδυθεί, πράγματι «θαύμα ιδέσθαι».
    Οι μέλισσες είναι σύμβολο της αγνότητας της καθαρής ψυχής καθώς είναι το μόνο ζώο που τρέφεται με το Νέκταρ, όπως οι θεοί .
    «Aπό ποιές τιμές, απο ποιο ύψος ευδαιμονίας έπεσα, λέει η ανθρώπινη ψυχή, για να αρχίσω πλάνητα βίο εδώ κάτω στη γη, μεταξύ των θνητών, αλυσοδεμένη στην ύλη. Έκλαιγα και οδυρόμουν και μοιρολογούσα όταν αισθάνθηκα τον εαυτό μου σε τοπίο ασυνήθιστο. Η θεότητα με είχε καλύψει με ένα περίεργο περίβλημα απο σάρκα» Από του «ΚΑΘΑΡΜΟΥΣ» του Εμπεδοκλή 118, 119, 125).
    Εάν κάποια ψυχή που έζησε πολλές ημέρες, μολύνθηκε ή ακολούθησε τις προτροπές του μίσους ή διέπραξε εγκλήματα, είναι καταδικασμένη να περιπλανιέται για χιλιάδες χρόνια, μακριά απο την κατοικία των Μακάρων», συνεχίζει να μας λέει με θλίψη ο Εμπεδοκλής «Πρόκειται να γεννιέται ασταμάτητα σε βάθος χρόνου, σε μορφές θνητές και να περνά απο τη μια οδυνηρή ζωή στην άλλη. Ένα στοιχείο θα την δέχεται απο ένα άλλο ενώ όλα μαζί θα την απορρίπτουν».
    «Είμαι και εγώ ένας εξόριστος δραπέτης απο την κατοικία των θεών, ένα παιχνίδι μέσα στα χέρια της διχόνοιας».
    Αυτό είναι το αίτιον των συνεχών καθόδων και των αέναων δοκιμασιών , αλλά η ψυχή μέσα στην σκοτεινή φυλακή της ύλης, είναι αθάνατη, και η λήθη της δεν είναι παντοτινή. Πάντα θα εκδηλώνει νοσταλγία για την καταγωγή της και θα στρέφει το βλέμμα της προς τον ουρανό, με τον διακαή πόθο της να θυμηθεί και να ξανακερδίσει την χαμένη της πατρίδα.

Σχολιάστε

Εισάγετε τα παρακάτω στοιχεία ή επιλέξτε ένα εικονίδιο για να συνδεθείτε:

Λογότυπο WordPress.com

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό WordPress.com. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Φωτογραφία Twitter

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Twitter. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Φωτογραφία Facebook

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Facebook. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Φωτογραφία Google+

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Google+. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Σύνδεση με %s

What’s this?

You are currently reading Πλούτος Σπόρου at Η Παρέα.

meta

Αρέσει σε %d bloggers: